Ο Γιάννης Δαλιανίδης το 2009, με δύο από τους πιο αγαπημένους του πρωταγωνιστές, τη σπουδαία Μάρθα Καραγιάννη και τον αξεπέραστο Κώστα Βουτσά.
16 χρόνια χωρίς τον Δαλιανίδη: Ο δημιουργός που άλλαξε το ελληνικό μιούζικαλ, το σινεμά & την TV
Δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του, στις 16 Οκτωβρίου 2010, το έργο του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Γιάννη Δαλιανίδη παραμένει ζωντανό μέσα από ταινίες και σειρές που αγαπήθηκαν από γενιές θεατών.
Από τον «Κατήφορο» και τα «Κορίτσια για φίλημα» έως το «Λούνα Παρκ», το «Ρετιρέ» και το «Τρίτο στεφάνι», ο άνθρωπος που ανέδειξε πρωταγωνιστές, καθιέρωσε το ελληνικό κινηματογραφικό μιούζικαλ και αποτύπωσε τις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας άφησε πίσω του μια ξεχωριστή παρακαταθήκη.
Η εμφάνιση της Ρένας Βλαχοπούλου με μαγιό...και η ανατροπή στην ταινία «Κορίτσια για φίλημα»
Αυτός ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης του οποίου το όνομα είναι άρρηκτα δεμένο με τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, με τις μουσικές κωμωδίες που έκαναν το κοινό να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και με κοινωνικά δράματα που άγγιξαν ζητήματα τα οποία απασχολούσαν την ελληνική οικογένεια και τη νεολαία.
Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, χορευτής και χορογράφος, ο Γιάννης Δαλιανίδης διέθετε μια σπάνια ικανότητα να περνά από το γέλιο στη συγκίνηση και από το ανάλαφρο θέαμα σε ιστορίες με κοινωνικές προεκτάσεις. Δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος. Αντίθετα, δοκίμασε διαφορετικές φόρμες, συνεργάστηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής του και δημιούργησε έργα που εξακολουθούν να προβάλλονται και να συζητούνται.
Από τα παιδικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη στον κόσμο του θεάματος
Ο Γιάννης Δαλιανίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 31 Δεκεμβρίου 1923. Η αγάπη του για το θέαμα εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Ως παιδί συμμετείχε σε παραστάσεις παιδικού θεάτρου, ενώ οι επισκέψεις του στους κινηματογράφους της πόλης, ιδιαίτερα στα θερινά σινεμά γύρω από την πλατεία Αριστοτέλους, καλλιέργησαν τη γοητεία που ασκούσε πάνω του η μεγάλη οθόνη.
Η σχέση του με την τέχνη δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στον κινηματογράφο. Στα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ασχολήθηκε με τον χορό και εργάστηκε ως χορευτής σε παραστάσεις μουσικού θεάτρου. Η εμπειρία αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για τη μετέπειτα δημιουργία του. Η κίνηση, ο ρυθμός, η μουσική και η σκηνική εικόνα θα αποτελούσαν βασικά συστατικά της κινηματογραφικής του γλώσσας.
Τα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής ήταν δύσκολα, όπως και για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Ο ίδιος αναφέρθηκε αργότερα στις εμπειρίες εκείνης της περιόδου, αλλά και στην εργασία του ως χορευτής στη Βιέννη και σε κέντρα διασκέδασης της Θεσσαλονίκης. Σταδιακά, η επαγγελματική του πορεία τον οδήγησε στην Αθήνα, όπου άρχισε να πλησιάζει όλο και περισσότερο τον κινηματογράφο.
Η πρώτη του ουσιαστική επαφή με τη δημιουργία ταινιών ήρθε μέσα από τη συγγραφή σεναρίων και τη μαθητεία στην κινηματογραφική τεχνική. Το 1958 γράφτηκε στους τίτλους ως σεναριογράφος της ταινίας «Το τρελοκόριτσο», με πρωταγωνίστρια την Τζένη Καρέζη. Η σκηνοθετική του διαδρομή ξεκίνησε το 1959 με τη «Μουσίτσα», στην οποία πρωταγωνιστούσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ενώ την ίδια χρονιά γύρισε και τις ταινίες «Λαός και Κολωνάκι» και «Ένας βλάκας και μισός».
Ήταν το ξεκίνημα μιας πορείας που θα τον καθιστούσε έναν από τους πλέον παραγωγικούς και αναγνωρίσιμους δημιουργούς του ελληνικού σινεμά.
Η συνάντηση με τον Φίνο και η εποχή των μεγάλων επιτυχιών
Το 1961 άρχισε η συνεργασία του με τη Φίνος Φιλμ, η οποία έμελλε να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την καριέρα του. Η ταινία «Ο κατήφορος», με τη Ζωή Λάσκαρη και τον Νίκο Κούρκουλο, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και καθιέρωσε τον Δαλιανίδη ως έναν δημιουργό που μπορούσε να αγγίξει ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, χωρίς να απομακρύνεται από τη δυναμική της εμπορικής αφήγησης.
Η συνεργασία του με τον Φιλοποίμενα Φίνο βασίστηκε σε μια κοινή αντίληψη για το κινηματογραφικό θέαμα, στην επαγγελματική πειθαρχία και στην επιδίωξη υψηλής τεχνικής ποιότητας. Ο Δαλιανίδης είχε την ευκαιρία να δουλέψει με οργανωμένα συνεργεία, σημαντικούς ηθοποιούς, μουσικούς και χορογράφους, δημιουργώντας ταινίες που συνδύαζαν την ψυχαγωγία με την προσεγμένη εικόνα.
Στο Αρχείο της ΕΡΤ διασώζονται μαρτυρίες του ίδιου για τον Φίνο, τον οποίο αντιμετώπιζε με εκτίμηση τόσο ως επιχειρηματία όσο και ως άνθρωπο. Η συνεργασία τους συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου κινηματογραφικού ύφους, που άφησε έντονο αποτύπωμα στη δεκαετία του 1960.
Ο άνθρωπος που έδωσε ελληνικό χαρακτήρα στο μιούζικαλ
Το 1962 ο Δαλιανίδης γύρισε το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», την ταινία που συνδέθηκε με την καθιέρωση του έγχρωμου ελληνικού κινηματογραφικού μιούζικαλ. Το εγχείρημα απαιτούσε συντονισμό ανάμεσα στην υποκριτική, τη μουσική, τον χορό, τα κοστούμια και τη σκηνογραφία. Ο δημιουργός αξιοποίησε την προηγούμενη εμπειρία του στο μουσικό θέατρο και επιχείρησε να μεταφέρει το είδος στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς να αντιγράφει απλώς ξένα πρότυπα.
Η επιτυχία του άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά από μουσικές ταινίες που απέκτησαν ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη. «Κάτι να καίει», «Κορίτσια για φίλημα», «Ραντεβού στον αέρα», «Οι θαλασσιές οι χάντρες» και «Γοργόνες και μάγκες» είναι μερικοί από τους τίτλους που συνδέθηκαν με αυτή την περίοδο.
Στις ταινίες αυτές, η μουσική δεν λειτουργούσε απλώς ως διάλειμμα από την πλοκή. Αποτελούσε μέρος της αφήγησης και της σκηνικής δράσης. Τα τραγούδια, οι χορογραφίες, οι εντυπωσιακές εμφανίσεις και οι γρήγοροι ρυθμοί δημιουργούσαν ένα θέαμα με ξεχωριστή ταυτότητα, που ανταποκρινόταν στην ανάγκη του κοινού για ψυχαγωγία και απόδραση.
Ο Δαλιανίδης αξιοποίησε την εμπειρία του στον χορό, επιμελήθηκε λεπτομέρειες της εικόνας και συνεργάστηκε με σημαντικούς χορογράφους, όπως ο Γιάννης Φλερύ και ο Μανώλης Καστρινός. Σημαντική υπήρξε και η συνεργασία του με τον Μίμη Πλέσσα, του οποίου οι μουσικές και τα τραγούδια έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι πολλών από τις πιο αγαπημένες ταινίες του.
Η σχέση του με το μιούζικαλ ήταν τόσο στενή, ώστε το είδος αυτό να ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό με το όνομά του. Δεν ήταν, όμως, μια σχέση αποκλειστική. Πίσω από τα τραγούδια και τη λάμψη υπήρχε ένας δημιουργός που γνώριζε να αφηγείται ιστορίες και να προσαρμόζει τη σκηνοθετική του ματιά στις ανάγκες κάθε έργου.
Η Ζωή Λάσκαρη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη και οι πρωταγωνίστριες που άφησαν εποχή
Σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής του διαδρομής γράφτηκε μέσα από τις συνεργασίες του με πρωταγωνίστριες που σημάδεψαν τον ελληνικό κινηματογράφο. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, η Ζωή Λάσκαρη, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρθα Καραγιάννη, η Μαίρη Χρονοπούλου, η Χλόη Λιάσκου, η Μπέτυ Αρβανίτη, η Ξένια Καλογεροπούλου, η Ρίκα Διαλυνά και η Νόρα Βαλσάμη συγκαταλέγονται στις ηθοποιούς που συνεργάστηκαν μαζί του σε διαφορετικές φάσεις της καριέρας τους.
Η σχέση του με τη Ζωή Λάσκαρη υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Ο «Κατήφορος» αποτέλεσε σταθμό για την ηθοποιό, ενώ ο Δαλιανίδης συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της κινηματογραφικής της ταυτότητας. Σύμφωνα με όσα είχε διηγηθεί ο ίδιος, ήταν εκείνος που επέλεξε το καλλιτεχνικό επώνυμο «Λάσκαρη», ώστε να ξεχωρίζει από την εξαδέλφη της, την τραγουδίστρια Ζωή Κουρούκλη.
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη συνδέθηκε με τα πρώτα σκηνοθετικά του βήματα, ενώ η Τζένη Καρέζη πρωταγωνίστησε στην πρώτη ταινία για την οποία έγραψε σενάριο. Η Ρένα Βλαχοπούλου, από την πλευρά της, αποτέλεσε μία από τις ηθοποιούς με τις οποίες συνεργάστηκε επανειλημμένα, αξιοποιώντας το κωμικό ταλέντο και τη μουσική της παρουσία.
Ο Δαλιανίδης έδωσε επίσης ευκαιρίες σε ηθοποιούς που βρίσκονταν στην αρχή της πορείας τους ή συνέβαλε στην καθιέρωσή τους. Ανάμεσά τους ήταν η Έλενα Ναθαναήλ, η Μπέτυ Λιβανού, η Νόρα Βαλσάμη και η Κατερίνα Χέλμη. Οι συνεργασίες αυτές δεν περιορίζονταν στην επιλογή ενός πρωταγωνιστή για έναν ρόλο. Συχνά αποτελούσαν την αφετηρία μιας ευρύτερης καλλιτεχνικής διαδρομής.
Οι μαρτυρίες ηθοποιών που συνεργάστηκαν μαζί του, οι οποίες περιλαμβάνονται σε αφιερώματα της ΕΡΤ, φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητάς του και του τρόπου με τον οποίο δούλευε με τους συντελεστές των ταινιών του. Για τον Δαλιανίδη, η επιλογή των προσώπων, η προετοιμασία και η λεπτομέρεια αποτελούσαν ουσιαστικά μέρη της κινηματογραφικής δημιουργίας.
Πέρα από το τραγούδι και τον χορό: ο κοινωνικός προβληματισμός
Η εικόνα του δημιουργού των μιούζικαλ δεν αρκεί για να περιγράψει το σύνολο του έργου του. Ο Δαλιανίδης ασχολήθηκε με ζητήματα που προκαλούσαν συζητήσεις στην ελληνική κοινωνία και επέλεξε να τα παρουσιάσει μέσα από οικογενειακές συγκρούσεις, ιστορίες νέων ανθρώπων και δραματικές καταστάσεις.
Ο «Κατήφορος», το «Νόμος 4000», το «Ανθρωπάκι», ο «Ίλιγγος» και η «Μαριχουάνα στοπ!» ανήκουν στις ταινίες που συνδέθηκαν με αυτή την πλευρά της δημιουργίας του. Η νεολαία, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι οικογενειακές σχέσεις, οι προκαταλήψεις και οι μεταβολές των ηθών αποτέλεσαν θεματικές που επανέρχονταν στο έργο του.
Παράλληλα, σκηνοθέτησε κωμωδίες βασισμένες σε θεατρικά έργα, όπως τα «Ζητείται ψεύτης», «Φωνάζει ο κλέφτης» και «Η χαρτοπαίχτρα», αλλά και ταινίες που προέρχονταν από λογοτεχνικά έργα, όπως η «Στεφανία» και ο «Επαναστάτης Ποπολάρος». Συνεργάστηκε, επίσης, με σεναριογράφους όπως ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Νίκος Φώσκολος και ο Γιώργος Τζαβέλλας.
Αυτή η ευρύτητα εξηγεί γιατί η φιλμογραφία του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα σύνολο εμπορικών επιτυχιών. Περιλαμβάνει διαφορετικές αφηγηματικές προσεγγίσεις και αποτυπώνει πτυχές της κοινωνικής ζωής σε περιόδους κατά τις οποίες η Ελλάδα άλλαζε με γρήγορους ρυθμούς.
Η δεύτερη μεγάλη διαδρομή: η τηλεόραση
Από τη δεκαετία του 1970, ο Δαλιανίδης μετέφερε τη δημιουργική του δραστηριότητα και στη μικρή οθόνη. Το 1974 άρχισε να γράφει και να σκηνοθετεί το «Λούνα Παρκ» για την τότε ΕΙΡΤ. Η σειρά εξελίχθηκε σε μία από τις μεγάλες τηλεοπτικές επιτυχίες της δεκαετίας και παρέμεινε στον αέρα έως το 1981.
Στη δεκαετία του 1980 ακολούθησαν τα «Καθημερινά» και «Τα λιονταράκια του κυρ Ηλία», σειρές που γνώρισαν μεγάλη απήχηση. Ο δημιουργός προσαρμόστηκε στις δυνατότητες της τηλεόρασης, διατηρώντας την προτίμησή του για ιστορίες με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, καθημερινές καταστάσεις και κωμικές συγκρούσεις.
Το 1990 έγραψε και σκηνοθέτησε για το Mega το «Ρετιρέ», μια σειρά που αποτύπωσε με χιούμορ τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες της ζωής στην πόλη. Οι ήρωές της, οι εργασιακές σχέσεις, οι οικογενειακές εντάσεις και οι καθημερινές παρεξηγήσεις δημιούργησαν ένα σύμπαν που παραμένει αναγνωρίσιμο για πολλούς θεατές.
Στη συνέχεια ασχολήθηκε με σειρές όπως οι «Μικρομεσαίοι», το «Τρίτο στεφάνι», το «Χρώμα του φεγγαριού» και οι «Μικρές αμαρτίες». Ιδιαίτερη θέση ανάμεσά τους κατέχει η τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι», μέσα από την οποία προσέγγισε ένα σημαντικό έργο της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας.
Η τηλεοπτική του πορεία δείχνει ότι δεν υπήρξε απλώς ένας σκηνοθέτης που γνώρισε επιτυχία στον κινηματογράφο. Κατάφερε να μεταφέρει το προσωπικό του ύφος σε ένα διαφορετικό μέσο, να παρακολουθήσει τις αλλαγές του κοινού και να δημιουργήσει σειρές που απέκτησαν τη δική τους θέση στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.
Η αναγνώριση και η παρακαταθήκη του
Το 2002, στο πλαίσιο του 43ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, του απονεμήθηκε ο τιμητικός «Χρυσός Αλέξανδρος» για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο. Η διάκριση αποτέλεσε αναγνώριση μιας διαδρομής που είχε ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική κινηματογραφία.
Ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται για χρόνια, παραμένοντας συνδεδεμένος με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Η τελευταία σκηνοθετική του δουλειά, σύμφωνα με τη Φίνος Φιλμ, ήταν η τηλεοπτική σειρά «Μικρές αμαρτίες» το 2000.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης πέθανε στις 16 Οκτωβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών. Άφησε πίσω του δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, αλλά και μια ιδιαίτερη παρακαταθήκη: ένα έργο που συνδύασε τη λαϊκή ψυχαγωγία με την παρατήρηση της κοινωνίας και την τόλμη να δοκιμάσει διαφορετικά είδη.
Η διαδρομή του δεν ήταν χωρίς αμφισβητήσεις. Το κινηματογραφικό του έργο συζητήθηκε και αξιολογήθηκε με διαφορετικούς τρόπους, όπως συμβαίνει με δημιουργούς που είχαν μεγάλη παραγωγή και έντονη παρουσία στην εποχή τους. Η επιρροή του, ωστόσο, είναι εμφανής στην εξέλιξη του ελληνικού μιούζικαλ, στην ανάδειξη ηθοποιών και στη μετάβαση από τον κινηματογράφο στην τηλεόραση.
Σήμερα, οι ταινίες του εξακολουθούν να επιστρέφουν στις οθόνες, τα τραγούδια τους παραμένουν αναγνωρίσιμα και οι τηλεοπτικοί χαρακτήρες του εξακολουθούν να προκαλούν νοσταλγία. Γιατί ο Δαλιανίδης δεν δημιούργησε μόνο έργα που γνώρισαν επιτυχία στην εποχή τους. Κατέγραψε, με τον δικό του τρόπο, ανθρώπους, συμπεριφορές, όνειρα και αντιφάσεις μιας κοινωνίας που άλλαζε.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη πλευρά της παρακαταθήκης του: ότι πίσω από τα τραγούδια, τις κωμικές ατάκες και τις κινηματογραφικές ιστορίες του διασώζεται ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ζωής.