Showbiz

Σταμάτης Φασουλής: «Είμαι πολύ καλός μάγειρας, νομίζω καλύτερος από ηθοποιός και σκηνοθέτης»

Για τη σχέση του με τη μαγειρική και πώς προέκυψε μίλησε ο Σταμάτης Φασουλής.

Ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης ανέφερε επίσης γιατί αποφεύγει τις δημόσιες εμφανίσεις και πώς και δεν ακολουθήσατε την οικογενειακή παράδοση να γίνει καπετάνιος.

Δίνετε την εντύπωση ενός πιο μοναχικού ανθρώπου. Για παράδειγμα, σπάνια κάποιος θα σας συναντήσει έξω.

Η αλήθεια είναι πως δεν έχω μεγάλες παρέες, ούτε βγαίνω συχνά. Τι να
βγω να κάνω; Πρώτα απ' όλα έχει παντού δυνατή μουσική και δεν μπορείς
να μιλήσεις. Αν βγω, θα πάω να φάω κάπου έξω, μία φορά τον μήνα, άντε
δύο στα μεγάλα γλέντια. Ύστερα μου αρέσει πολύ να μαγειρεύω στο σπίτι,
να καλώ φίλους, να συζητάμε και να ακούμε μουσική. Ανάλογα με το ποιος
θα έρθει, φτιάχνω και το αντίστοιχο φαγητό. Ξέρω για τον καθέναν τι τρώει,
τι δεν τρώει και τι αισθάνεται. Πάνω από την κουζίνα, φτιάχνοντας το φαγητό του, του δικαιολογώ πράγματα, του αγαπάω ξανά πράγματα, του θυμώνω πολλές φορές. Και έτσι μέσα από το φτιάξιμο του φαγητού ανανεώνεται μια φιλία.

Αν κάνει κάποιος σε εσάς το τραπέζι, τι θα πρέπει να φροντίσει;

Όλοι φοβούνται να μου μαγειρέψουν γιατί φοβούνται την κριτική μου. Δεν μου το λένε βέβαια, αλλά οι περισσότεροι με κοιτούν με πανικό την ώρα που δοκιμάζω το πιάτο τους.

Είστε τόσο καλός μάγειρας;

Είμαι πολύ καλός μάγειρας, νομίζω καλύτερος από ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Πώς προέκυψε αυτή η σχέση με τη μαγειρική;

Πάνε πολλά χρόνια. Ο πατέρας μου είχε ένα εμπορικό καΐκι και πηγαίναμε τα καλοκαίρια ταξίδια - δηλαδή αυτός έκανε διάφορα ναύλα μεταφέροντας τσιμέντα και ξύλα από το Άγιον Όρος. Στο καΐκι εκεί είχε μια δική του κουζίνα, δίπλα από
την κουζίνα του πληρώματος, και μαγείρευε. Στο πλευρό του έμαθα και εγώ.
Θυμάμαι μαγείρευε λίγο καραβίσια αλλά ήταν και εκλεκτικός. Έφτιαχνε πράγματα που δεν τα περίμενες από έναν καπετάνιο σε ένα καΐκι. Μας έφερναν οι ψαράδες διάφορα ψάρια -«πάρε, καπετάνιε, πάρε» φώναζαν-, μια φορά μάς έφεραν και κάτι αστακούς. Και ο πατέρας μου από τα αυγά των αστακών έφτιαξε μαγιονέζα. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Μύριζε ολόκληρη σαν θάλασσα.

Τι όνομα είχε το καΐκι;

«Σταμάτιος Φ.». Ήταν το όνομα του παππού μου αλλά εγώ νόμιζα ότι ήταν για
μένα και ανέβαινα πάνω και έκανα τον καπετάνιο. Ο παππούς μου είχε έναν
στολίσκο από δέκα εμπορικά καΐκια που έκαναν όλα το ίδιο δρομολόγιο από το 1890. Είχε το «Χριστίνα», το «Άγιον Όρος», το «Σταμάτιος Φ.» και άλλα που δεν
θυμάμαι πια πώς τα έλεγαν.

Πώς και δεν ακολουθήσατε την οικογενειακή παράδοση και να γίνετε καπετάνιος;

Ο πατέρας μου το ήθελε πολύ, μαζί και όλο το σόι, αλλά εγώ δεν το έκανα. Δεν
πέρασε από το μυαλό μου. Δυόμισι χρόνων με πήγαν να δω το Βίρα τις άγκυρες με τη Σοφία Βέμπο. Έπαθα σοκ. Γύρισα στο χωριό -μέναμε στη Σαλαμίνα τότε, στο χωριό Αμπελάκια, μια ελάχιστη μικρογραφία της ζωής με 40 οικογένειες και είπα «είμαι ηθοποιός». Ήταν η πρώτη παράσταση που είδα στη ζωή μου και με καθόρισε. Ακόμη θυμάμαι δυο-τρία νούμερα πάρα πολύ, σχεδόν ανάγλυφα.

Από εκείνα τα χρόνια τι σας λείπει περισσότερο σήμερα; Εκτός από τη νεότητα, φαντάζομαι.

Όχι, η νεότητα δεν μου λείπει. Αν μου λείπει κάτι, είναι τα πρώτα έξι χρόνια στη
Σαλαμίνα που έμαθα να συλλαβίζω τη ζωή. Μου έλεγαν τι είναι λουλούδι και το
έβλεπα μπροστά μου. «Αυτό είναι λουλούδι, αυτό είναι βράχος, αυτό είναι θάλασσα». Έζησα τη ζωή εκεί τόσο από την αρχή... θυμάμαι, ας πούμε, ότι η μητέρα μου τις Αποκριές έφτιαχνε γαλακτομπούρεκο και έπρεπε να φέρω το γάλα από τη στάνη. Τότε μου φαινόταν πολύ μακρινός ο δρόμος, ενώ ζήτημα να ήταν 500 μέτρα. Ξύπναγα στις 5.00 το πρωί, με έπαιρνε η θεία μου από το χέρι και μαζί πηγαίναμε στη στάνη μέσα στα μαύρα τα μεσάνυχτα. Ύστερα καθόμουν και χάζευα τη φωτιά που άναβαν για να βράσουν το γάλα. Μύριζε όλο το σπίτι. Μια γουλιά έπινες από αυτό το γάλα και ήσουν χορτασμένος για δυο μέρες. Αυτό τον μαύρο δρόμο του χειμώνα που πολλές φορές ο ουρανός δεν είχε ούτε αστέρια, μονάχα σύννεφα, τον έχω αλησμόνητο.

Υπάρχει ακόμη αυτό το σπίτι στη Σαλαμίνα;

Ρημάζει. Δεν πάω κι εγώ γιατί είναι σε μια γειτονιά που τώρα πια γκρεμίζεται.
Ήταν η γειτονιά των Καπεταναίων. Τώρα όλοι φύγαν. Οι γονείς μου το είχαν
βρει σε άθλια κατάσταση αυτό το σπίτι, γιατί το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. Και το ξανάφτιαξαν από την αρχή. Ήταν ένα ωραίο σπίτι.

Πηγή:ΟΚ

© 2010-2024 Gossip-tv.gr - All rights reserved