Showbiz

Μανώλης Μαυροματάκης: «Εγώ θα ψάχνω να αγαπώ μέσα απ’ την κόλαση των ηττημένων»

Ο ηθοποιός Μανώλης Μαυροματάκης μιλά για τον ρόλο του στην παράσταση «Θείος Βάνιας» του Τσέχοφ, στο θέατρο Προσκήνιο και όχι μόνο.

Για όσους ασχολούνται με το πολιτιστικό ρεπορτάζ υπάρχουν και οι στιγμές που οι απαντήσεις σε μια συνέντευξη ιντριγκάρουν για να «ξαναδιαβάσεις» το υπό εξέταση έργο. Δεν είναι καν η πλειονότητα και δεν προκύπτουν πάντοτε από τους ηθοποιούς που κουβαλούν όνομα βαρύ σαν Ιστορία. Μία από αυτές είναι η περίπτωση του Μανώλη Μαυροματάκη, ο οποίος εμφανίζεται ως Σερεμπριακόφ στον «Θείο Βάνια» του πάντοτε επίκαιρου Τσέχοφ, παράσταση που ανεβαίνει στο θέατρο «Προσκήνιο», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

  • Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του Σερεμπριακόφ ως ήρωα, που πιστεύει ότι το κτήμα θα γίνει ο τάφος του;

Είναι ο παρατηρητής ενός συστήματος που λειτουργεί βάσει καταναγκαστικών επαναλήψεων και καθημερινών συνηθειών. Ο παρατηρητής, ενός μηχανισμού-τελετουργίας κατανάλωσης. Τσάι, ποτό και φαγητό, το πρόγραμμα, οι ίδιες ασχολίες και συζητήσεις: υποκατάστατα συναισθημάτων κι επιθυμιών. Αυτοεκπλήρωση μέσω του ίδιου του μηχανισμού. Η άφιξη του Αλέξανδρου Σερεμπριακόφ και της συζύγου του στο κτήμα τους, στο οποίο χρόνια τώρα ζουν ή περιφέρονται οι υπόλοιποι, φέρνει τα πάνω κάτω: χαλάει το πρόγραμμα και, επιτέλους, τα συναισθήματα ξυπνούν! Μνήμες, κρυφές επιθυμίες, ματαιώσεις αναδύονται. Ξεσπούν συναισθηματικές εκρήξεις, ανεξέλεγκτες, γκροτέσκες, αυτοκαταστροφικές. Κοιτάζουν τη ζωή τους προς τα πίσω. Κι έρχονται αντιμέτωποι με τις βαθύτερες και πιο ανομολόγητες επιθυμίες τους. Αυτές που σ’ όλη τη ζωή τους έκαναν τα πάντα για να μην τις ικανοποιήσουν. Γυρνώντας αενάως γύρω γύρω απ’ αυτές και υποκαθιστώντας την ικανοποίησή τους ακριβώς μ' εκείνη την απολαυσιακά καταναγκαστική επαναληπτικότητα των καθημερινών συνηθειών τους. Για να μας συστηθούν εν τέλει μέσω εκείνου ακριβώς που δεν κατάφεραν. Μας λένε ότι είναι αυτό που θα’ πρεπε να είναι, δηλαδή εκείνο που δεν είναι. Ναι, αλλά έτσι... τι δουλειά έχει ο καθηγητής Σερεμπριακόφ μ’ όλους αυτούς, με τη μεμψιμοιρία και την πλήξη τους; «Κύριοι, δουλειά!» αναφωνεί.

Διότι αν και ο γηραιότερος, αυτός κοιτά μπροστά, κοιτά το μέλλον! Δεν σπαταλά τον χρόνο του μιλώντας για τα χρόνια που χάθηκαν. Με παρελθόν, συναισθηματισμούς, συγγένειες και τα λοιπά δεν πολυασχολείται, παρά μόνο αν έχει να κερδίσει απ’ αυτά. Στοχεύει στην επιθυμία του και είναι τελικά ο νικητής, ο επιτυχημένος. Αυτό είναι το δικό του σύστημα, το σύστημα της νίκης. Το άλλο, το δικό τους, το απεχθάνεται, γιατί είναι μίζερο και πνιγηρό και πρέπει να καταστραφεί. Είναι ο εκφραστής της Νέας Εποχής.

  • Στη ρευστή διαθάθμιση ανάμεσα στο δράμα, την κωμωδία και το κωμικοτραγικό, πού θα τοποθετούσατε την ατμόσφαιρα της παράστασης;

Οι ήρωες ζουν το δράμα τους βαθιά. Δεν υποκρίνονται και δεν μπλοφάρουν. Ακριβώς όπως οφείλει κάθε τραγικός. Επίσης έχουν ξεκινήσει με τις πιο καλές προθέσεις, αλλά μπλέκονται σιγά σιγά σ’ έναν μηχανισμό που επινοούν οι ίδιοι κι από τον οποίο δεν μπορούν να δραπετεύσουν. Γιατί είναι οι ίδιοι τα γρανάζια του. Κωμικοτραγικό, προς το παράλογο: να επινοείς εσύ ο ίδιος το παιχνίδι που θα παίξεις και θα χάσεις. Το σπέρμα για το Θέατρο του Παραλόγου.

  • Επιβεβαιώνεται στην παράσταση μία από τις αρχές που αποδίδουμε στη θεατρική έκφραση του Τσέχοφ: ενώ δίνεται η εντύπωση πως τίποτα δεν συμβαίνει, την ίδια στιγμή ξετυλίγεται το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης;

Ναι, βέβαια. Η απουσία εμφανούς πλοκής είναι άλλο ένα κοινό με το Θέατρο του Παραλόγου. Στον Τσέχοφ οι ήρωες ζουν ακριβώς αυτό που είπατε, το δράμα τους, που είναι και το δράμα όλων μας, του σύγχρονου πολιτισμού. Στο οποίο άλλωστε βασίζεται και η μοντέρνα προπαγάνδα. Στην αυτοεκπλήρωσή μας μέσω της επιτυχίας μας. Να γίνουμε πιο όμορφοι, πιο έξυπνοι, πιο πλούσιοι, πιο δυνατοί. «Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές», ακούμε. Ναι, αλλά με τον μόχθο και το αίμα των υπόλοιπων, που αγωνίζονται κι αυτοί να γίνουν νικητές. Και ποια στο κάτω κάτω είναι αυτή η νίκη; Για την πορδή της Ιστορίας πολεμάμε, νικητές και ηττημένοι. Το ίδιο μάταιο και παράλογο παιχνίδι παίζουν και οι ήρωες από το θέατρο του παραλόγου. Μόνο που εκείνοι είναι ελάχιστα πιο υποψιασμένοι ως προς το παράλογο του παιχνιδιού αυτού, το ξέρουν από πριν πως παίζουν για να χάσουν. Κι έτσι παίζουν κάπως διαφορετικά. Πιο ανέμελα, πιο ανάλαφρα, γκροτέσκα δηλαδή, ταπί και ψύχραιμοι που λέμε. Κι έτσι καταφέρνουν να χάνουν όλο και καλύτερα. Και στο «Θείο Βάνια» συναντάμε το γκροτέσκο: πυροβολεί.

  • Έχετε αντικρίσει στον δικό σας χώρο καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει ο Τσέχοφ για τους ήρωές του: προσδοκίες που σπαταλήθηκαν, ταλέντα που έμειναν ανεκμετάλλευτα, θυσίες που δεν ευοδώθηκαν;

Μόνο στο θέατρο; Παντού και σε όλους μας και πάντα. Πάνω σε αυτά δεν χτίζονται οι νίκες των υπόλοιπων; «Η ποσότητα των δακρύων αυτού του κόσμου είναι αμετάβλητη. Για καθέναν που αρχίζει να κλαίει, κάπου κάποιος άλλος σταματάει» λέει ο Εστραγκόν στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Θαυμάζω, αλλά όχι απεριόριστα, τους νικητές, μόνο για όση ώρα διαρκεί η νίκη τους. Να ζήσουν και να τη θυμούνται να τη χαίρονται. Εγώ θα ψάχνω όμως να αγαπώ μέσα απ’ την κόλαση των ηττημένων. Κι από την άλλη, αν μου βρείτε εσείς μια συνταγή μόνο για να κερδίζουμε, τότε δεν θα χρειάζεται ούτε να γεννιόμαστε.

  • Πώς ερμηνεύετε προσωπικά τον γρίφο του «θα ζήσουμε» και «θα αναπαυτούμε» του τέλους;

Δεν ξέρω ακόμη να σας πω. Θα αποφύγω να απαντήσω ευθαρσώς λέγοντάς σας πως όταν ακούω αυτόν, τον τελευταίο αινιγματικό μονόλογο της Σόνιας, μου έρχεται στον νου ο αρχικός μονόλογος του Κλοβ από το «Τέλος του Παιχνιδιού»: «Πάει τέλειωσε, τελειώνει, μπορεί και να τελειώσει. Σπυρί σπυρί μαζεύονται οι κόκκοι και ξαφνικά μια μέρα γίνονται σωρός. Ένας μικρός σωρός. Ο ακατόρθωτος σωρός. Θα πάω στην κουζίνα μου, τρία επί τρία επί τρία, περιμένοντας να μου σφυρίξει. Είναι ωραίες διαστάσεις. Θ’ ακουμπήσω στο τραπέζι, θα κοιτάζω τον τοίχο, περιμένοντας να μου σφυρίξει». Σαν να συνομιλούν υπόγεια Σόνια και Κλοβ. Για κάτι που δεν έχουμε, που λείπει.

Πηγή: Πρόσωπα Weekend

© 2010-2024 Gossip-tv.gr - All rights reserved