Συγκινεί ο Λαζόπουλος: Ξέρω όταν περνάω μια κατάσταση τι θα μου απαντούσε η μάνα μου, η γυναίκα μου
Με λόγο ζεστό, εξομολογητικό και γεμάτο εικόνες, ο Λάκης Λαζόπουλος μιλά στην Espresso για τις γιορτές, τις μνήμες που τις συνοδεύουν και τις γεύσεις που κουβαλά μέσα του από τα παιδικά του χρόνια.
Από το πατρικό του στη Λάρισα και τα οικογενειακά τραπέζια της μητέρας του μέχρι τη σημερινή «άγευστη» εποχή και την ανάγκη για απλότητα, ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει σκέψεις, νοσταλγία και προσωπικές αλήθειες, αγγίζοντας παράλληλα το θέμα της απώλειας και της μνήμης με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο.
Λάκης Λαζόπουλος: «Οι απειλές που έχω δεχτεί ήταν πραγματικές»
Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα. Μεγάλες γιορτές. Το μυαλό που σε πάει;
Στο πατρικό στη Λάρισα. Έχω κάνει και φοιτητικές γιορτές στην Κομοτηνή με τη γυναίκα μου την Τασούλα, έχω κάνει και γιορτές στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Άμστερνταμ με την Τασούλα αλλά και στο Πήλιο με την παρέα μου, αλλά και στην ερημική Πάρο με μουσική παρέα. Έχω περάσει και μόνος μου Πρωτοχρονιά στην Αθήνα σιωπηλά, με στενοχώρια. Αλλά μια Πρωτοχρονιά στη Λάρισα τη θυμάμαι με νοσταλγία. Θυμάμαι, λοιπόν, τα μεγάλα τραπέζια της μάνας μου, τα σόγια, τους καβγάδες, γιατί δεν γινόταν Πρωτοχρονιά χωρίς νεύρα. Θυμάμαι μια συγκεκριμένη Πρωτοχρονιά πολύ χαρακτηριστικά, με τη μάνα μου να φωνάζει «ποιος πήρε τα πιρούνια από το τραπέζι;» Έλεγε «εγώ τα πιρούνια τα είχα μετρήσει 16, είναι 14, με τι πιρούνια θα φάει η θεία;» Έτρεχα να δανειστώ πιρούνια από τη γειτονιά, που δεν ταίριαζαν όμως με τα άλλα, και η μάνα μου φώναζε ότι θα βρει αυτόν που πήρε τα πιρούνια και όλοι κοιταζόμασταν με υποψίες. Πρωτοχρονιά συζητούσαμε ποιος έχει κλέψει τα πιρούνια. Η μάνα μου, λοιπόν, κάθε χρόνο έκανε γαλοπούλα με αυτή τη γέμιση με το κάστανο, μου άρεσε πάρα πολύ. Λοιπόν, από αυτή την εποχή έχω κάποιες γεύσεις στο στόμα μου, που περνάνε τα χρόνια και ψάχνω να βρω αυτές τις γεύσεις. Και τρώω πλέον γαλοπούλες με κάστανο που δεν είναι σαν αυτές που έφτιαχνε η μάνα μου. Ειδικά στο ψήσιμο. Η εποχή μας έχει περάσει σε αυτό το γκουρμέ… Δηλαδή γιατί σκοτώνουν τη φασολάδα στο ραντεβού με τον κόλιανδρο; Είναι τρομερό να βάζουν στη φασολάδα κόλιανδρο.
Δεν ευχαριστιέσαι πια το φαγητό;
Όχι. Γι’ αυτό κάποια στιγμή θα κάνω ένα εστιατόριο. Και θα το κάνω. Ψάχνω να βρω ωραία ελληνικά φαγητά, καλά μαγειρεμένα. Ψάχνω έναν καλό παραδοσιακό μάγειρα ή μαγείρισσα και θα το ανοίξω το εστιατόριο. Γιατί; Γιατί θέλω να αποκαταστήσω τη γεύση μου. Ένας καλός μάγειρας είναι πολύτιμο πράγμα. Πλέον σήμερα συμβαίνει κάτι παράξενο. Έχεις σε ένα πιάτο ροδάκινο, τρως ροδάκινο και θα σου μυρίζει το διπλανό του στη γεύση, που είναι το καρπούζι και το πεπόνι. Κάποια στιγμή λέω σε έναν παραγωγό «αυτές οι φράουλες μυρίζουν βερίκοκο». Μου λέει «κύριε Λάκη, αν τις πλύνεις πολύ καλά, θα φανεί η γεύση». Πάω την επόμενη ημέρα και του λέω «φίλε, την έγδαρα τη φράουλα από το πλύσιμο και μυρίζει βερίκοκο. Τι άλλο να κάνω;» Την έφαγα τελικά τη φράουλα πιστεύοντας ότι τρώω βερίκοκο. Η εποχή είναι άγευστη. Οι παραγωγοί, οι σεφ ανακαλύπτουν νέες γεύσεις που δεν προϋπήρχαν και είναι συνδυασμός γεύσεων.
Υπάρχει ένας άνθρωπος που μαγειρεύει σαν τη μάνα σου, τη Ριρίκα;
Ναι. Ένας ακόμη. Και είναι φίλη της. Και έχει ρεστοράν στην Πάρο. Μόνο τότε απολαμβάνω φαγητό. Είναι όλα τέλεια. Μοναδικά. Μου αρέσει το απλό φαγητό. Και στην ένδυση είμαι απλός. Μου αρέσει ένα απλό παντελόνι, ένα πουκάμισο και αυτό είναι. Ούτε ρολόγια ούτε δαχτυλίδια. Το πρόσωπο που μου άρεσε πάντα ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν. Γιατί ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν μια απλή γκρι σιλουέτα που έκανε τον κόσμο να γελάει. Έτσι είμαι κι εγώ. Μια μπλου μπλακ σιλουέτα που κάνει τον κόσμο να γελάει.
Τις γιορτές ανακαλείς μνήμες; Στενοχωριέσαι από τις απώλειες;
Δεν είμαι από τους ανθρώπους που μελαγχολούν τις γιορτές γιατί σκέφτομαι αυτούς που «έφυγαν». Γιατί, πολύ απλά, και τώρα που σας μιλώ με αυτούς τους ανθρώπους πορεύομαι νοερά. Η ανάμνηση τι είναι; Ο τρόπος που σχηματίζει η φαντασία σου ένα πρόσωπο που θα ήθελες να είναι αυτή τη στιγμή δίπλα σου. Ο διάλογος μου αρέσει, αυτή είναι η δουλειά μου. Ξέρω όταν περνάω μια κατάσταση τι θα μου απαντούσε η μάνα μου, η γυναίκα μου. Ξέρω τις απαντήσεις τους, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ρεπερτόριο. Έχω αποτυπώσει τον τρόπο σκέψης της μάνας μου ζωντανό και μου απαντάει στο σήμερα στο καθετί. Δεν είναι μια απάντηση που με ικανοποιεί, αλλά είναι η απάντηση η δική της. Τους ακούω κανονικά. Αν στη ζωή τυπώσεις τον τρόπο που σκέφτεται κάποιος, αυτόν τον τρόπο θα τον έχεις πάντα. Το μυαλό έχει ράγες. Σαν αριθμομηχανή. Αυτό κάνει και το ΑΙ. Αποτυπώνει τον τρόπο σκέψης των ατόμων.