Ο Νίκος Παπάζογλου «έφυγε» σαν σήμερα σιωπηλά, όπως τραγουδούσε!
Μπορεί ο Νίκος Παπάζογλου να έφυγε σαν σήμερα πριν από 15 ολόκληρα χρόνια, όμως η φωνή και τα τραγούδια του παραμένουν αθάνατα στις καρδιές του κόσμου.
Γεννήθηκε μέσα σε μια οικογένεια προσφύγων από την Προύσα, που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Οι ρίζες του ήταν βαθιά λαϊκές: από τη μία πλευρά, η οικογένεια της μητέρας του ασχολούνταν με το μετάξι, ενώ από την άλλη, εκείνη του πατέρα του κατασκεύαζε βαρέλια.
14 χρόνια χωρίς τον Νίκο Παπάζογλου! Η καριέρα, το κόκκινο φουλάρι, η οικογένεια & το πρόωρο τέλος

Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και τα παιδικά του χρόνια ήταν γεμάτα εικόνες από αλάνες, άλογα που κινούσαν τα κάρα της εποχής, και ατέλειωτο παιχνίδι με μια φέτα ψωμί στο χέρι.
Από μικρός μπήκε στη δουλειά, κυρίως τα καλοκαίρια, καθώς οι γονείς του ήθελαν να τον κρατούν απασχολημένο. Αν και ξεχώριζε στο σχολείο, δεν δίστασε να κάνει χειρωνακτικές δουλειές για να βοηθήσει οικονομικά. Όπως είχε πει: «Έπιαναν τα χέρια μου».
Σε ένα σπίτι γεμάτο τραγούδια και γλέντια, ένα τυχαίο περιστατικό στάθηκε καθοριστικό. Ένα μπουζούκι που είχε ξεχαστεί μετά από ένα οικογενειακό γλέντι, κατέληξε πάνω σε μια ντουλάπα. Ο μικρός Νίκος το κατέβασε με μια σκούπα και άρχισε να πειραματίζεται μαζί του. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το γνωρίζει, είχε ήδη χαραχτεί η πορεία του.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, συμμετείχε σε μαθητικά συγκροτήματα και πήρε την απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Ο πατέρας του διαφωνούσε έντονα, ονειρευόταν έναν διαφορετικό δρόμο για εκείνον και δεν πήγε ποτέ να τον δει να τραγουδά. Του είχε πει χαρακτηριστικά: «Ακόμα και να πεινάσουμε, εσύ θα σπουδάσεις».

Αντίθετα, η μητέρα του στάθηκε στο πλευρό του. Όταν τον είδε να τραγουδά στο Θέατρο Δάσους, πήγε συγκινημένη στα καμαρίνια και του είπε: «Πόση δόξα παιδί μου. Να προσέχεις».
Το 1965 έκανε τα πρώτα του σοβαρά βήματα με τους Ronnie and Those. Λίγο αργότερα, εντάχθηκε στους The Olympians, αντικαθιστώντας τον Πασχάλη που είχε στρατευτεί. Η περίοδος αυτή είχε έντονο ροκ χαρακτήρα, όμως δεν κράτησε πολύ.
Συνέχισε με τους Blow Up και αργότερα προσπάθησε να ανοίξει δρόμο στο εξωτερικό, σε Γερμανία και Ιταλία, με το συγκρότημα Ζηλωτής, χωρίς όμως επιτυχία.
Το 1973 κυκλοφόρησαν τα πρώτα του τραγούδια: «Ανία», «Είναι αργά» και «Γαλάζια θάλασσα», σηματοδοτώντας την αρχή της δισκογραφικής του παρουσίας.

Η «Εκδίκηση της γυφτιάς» και η μεγάλη στροφή
Μετά από μια περίοδο εσωστρέφειας, επανήλθε δυναμικά το 1976, όπως είχε περιγράψει ο ίδιος: «Μετά την αποτυχία του Ζηλωτή κλείστηκα στον εαυτό μου και ξαναβγήκα το 1976, όταν με έβγαλε –στην κυριολεξία– ο Σαββόπουλος, ζητώντας μου να συμμετάσχω στους Αχαρνής. Γνωρίζομαι τότε με τον Μπουλά, τον Ρασούλη, τον Ξυδάκη και άλλους, και βγάζουμε την Εκδίκηση της γυφτιάς».
Ο δίσκος Η Εκδίκηση της Γυφτιάς αποτέλεσε σταθμό για το ελληνικό τραγούδι, ανοίγοντας νέους δρόμους, αν και η αναγνώριση ήρθε σταδιακά. Η συναυλία στον Λυκαβηττό το 1982 υπήρξε καθοριστική.
Η επιτυχία εκτοξεύτηκε ακόμη περισσότερο όταν η Γλυκερία ερμήνευσε το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά». Ακολούθησαν οι δίσκοι «Χαράτσι» και «Μέσω νεφών», που καθόρισαν έναν νέο ήχο στο λαϊκό τραγούδι.

«Αγροτικόν» και η επιλογή της Θεσσαλονίκης
Παρά τη μεγάλη επιτυχία, επέλεξε να μείνει στη Θεσσαλονίκη και να μην ακολουθήσει την εύκολη πορεία της Αθήνας. Στο στούντιό του, το «Αγροτικόν», δημιουργούσε τόσο δικά του έργα όσο και παραγωγές για άλλους καλλιτέχνες.
Το στούντιο αυτό είχε χρησιμοποιηθεί και από τον Μάνο Χατζιδάκι, σε μια χαρακτηριστική στιγμή που τον βρήκε να κοιμάται στο πάτωμα, αποκαλύπτοντας τον αυθόρμητο χαρακτήρα του Παπάζογλου.
Χωρίς τις κατάλληλες μουσικές σκηνές στην πόλη, στράφηκε στις συναυλίες, όπου εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αγαπημένους live καλλιτέχνες, με το χαρακτηριστικό του στιλ –μακριά μαλλιά και μαντίλι– να γίνεται σήμα κατατεθέν.
Μετά τον σεισμό του 1978 στη Θεσσαλονίκη, που επηρέασε και το σπίτι του, η οικογένειά του έφυγε προσωρινά στην Αμερική. Εκείνος έμεινε πίσω και φιλοξενήθηκε από τον Διονύση Σαββόπουλο στο Πήλιο.
Εκεί γνώρισε μια γυναίκα που τον συγκλόνισε. Ανάμεσα στον έρωτα και τις ενοχές, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή γεννήθηκε το εμβληματικό τραγούδι του «Αύγουστος» μέσα σε μόλις 20 λεπτά.
Τα τελευταία χρόνια και η πίκρα
Ένας καλλιτέχνης που λειτουργούσε με τους δικούς του κανόνες: διοργάνωνε μόνος του συναυλίες, ρίσκαρε οικονομικά και προτιμούσε ερασιτέχνες μουσικούς για να κρατήσει την αυθεντικότητα.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όμως, είδε το τοπίο της μουσικής να αλλάζει δραματικά. Αναγκάστηκε να προσαρμοστεί, ακόμη και να εμφανιστεί σε νυχτερινά σχήματα, κάτι που δεν τον εξέφραζε.
Τα παιδιά του είχαν φύγει στο εξωτερικό και ο ίδιος συγκινούνταν βαθιά από τραγούδια της ξενιτιάς. Παρέμενε δημιουργικός, αλλά και πικραμένος από την πορεία του ελληνικού τραγουδιού.
Στις 17 Απριλίου 2011, έφυγε από τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο, λίγο μετά τον χαμό του στενού συνεργάτη του, Μανώλης Ρασούλης.
Ένας καλλιτέχνης που δεν ακολούθησε ποτέ τη νόρμα, αλλά άφησε πίσω του μια παρακαταθήκη αυθεντικότητας, ψυχής και βαθιάς αλήθειας.