Σοφία Φιλιππίδου: «Δεν έχω άγχος μήπως δεν είμαι άξια, μήπως δεν το κάνω καλά»

Σοφία Φιλιππίδου: «Δεν έχω άγχος μήπως δεν είμαι άξια, μήπως δεν το κάνω καλά»

Μία μητέρα πεθαίνει, η οικογένεια εκπληρώνει την ύστατη επιθυμία της να ταφεί στον γενέθλιο τόπο και το ταξίδι μιας αλλόκοτης νεκρικής πομπής ξεκινάει. Ένα ταξίδι στην κόλαση της φύσης και της ανθρώπινης φύσης για τους ήρωες του αριστουργήματος του Ουίλιαμ Φόκνερ «Καθώς ψυχορραγώ» που παίζεται στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων/Λευτέρης Βογιατζής» σε σκηνοθεσία της Σοφία Φιλιππίδου.

-Πώς σκηνοθετείται ένα λογοτεχνικό έργο με τόσο έντονα ρεαλιστικά και συγχρόνως ποιητικά στοιχεία;

«Ο Φόκνερ, μέγας πρωτοπόρος της μοντέρνας γραφής, σπάει τους παραδοσιακούς κανόνες της λογοτεχνίας. Γράφει «δήθεν» αυτόματα και πλάθει αριστοτεχνικά μια νέα φόρμα επηρεασμένος από τους εικαστικούς του κυβισμού. Παρατηρεί τους χαρακτήρες από διάφορες πλευρές συγχρόνως. Καθώς περπατούν μιλάνε για τη ζωή τους από την αρχή. Ο καθένας αφηγείται από τη σκοπιά του το ίδιο πράγμα. Δεν υπάρχει η συνήθης προοπτική των κλασικών έργων. Εδώ έχουμε να κάνουμε με σπαρταριστή ζωή, νερό, φωτιά, αέρα, γη, ζώα, στοιχεία που εξ ανάγκης αφαιρούνται από την παράσταση. Η διασκευή κράτησε μια αφηγηματική ροή, ακολουθώντας τον ημερολογιακό χρόνο, αλλά και μια άχρονη, που αφορά την εσωτερική διαδρομή των ανθρώπων με τα συνειρμικά πετάγματα, χωρίς να γίνονται ξεκάθαρα. Η έλλειψη μέσων με οδήγησε στη χρήση ειδών θεάτρου. Κράτησα τον παλμό της ρεαλιστικής αφήγησης, δοκίμασα την αναπαράσταση των συγκινήσεων και των εικόνων-μέσα από τα σώματα, την κίνηση, τα μάτια, με διάφορα μικρά πράγματα εδώ κι εκεί, όπως τη λάμπα και το πανί από τους περιοδεύοντες θιάσους τσίρκο. Στόχος ήταν να παρατηρούμε από μια απόσταση, να πηγαίνουμε βαθιά στη φόρμα μέχρι να φτάσουμε στην κωμικότητα, στο γελοίο των καταστάσεων και να καταλήξουμε συγκινημένοι, μελαγχολικοί αλλά και πολύ χαρούμενοι.»

-Έχετε τρακ;

«Δεν έχω άγχος μήπως δεν είμαι άξια, μήπως δεν το κάνω καλά. Κατέχω, αγαπώ του παλαιότερα ήταν όπως με τον εραστή που σε προδίδει, γι αυτό το εγκατέλειπα. Τώρα συμφιλιωθήκαμε, λέω μάλιστα ευτυχώς που με δέχτηκε πίσω, που άφησε την πόρτα ανοιχτή.»