Showbiz

Ευρυδίκη: Βαρύ πένθος για την τραγουδίστρια - Τι συνέβη

Έναν μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα του Μπομπ Κατσιώνη, συζύγου της Ευρυδίκης, άλλος ένας θάνατος ήρθε να τους συγκλονίσει.

Η γνωστή τραγουδίστρια, μας ενημέρωσε μέσα από τον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, με ανάρτησή της, ότι έφυγε από τη ζωή ένας αγαπημένος της θείος.

Η ίδια, πόσταρε μια φωτογραφία του και έγραψε στη λεζάντα της:
«"Βρες χρόνο ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι - αυτό είναι το προνόμιο των Θεών"»
Εσύ ζούσες για την αγάπη. Αγάπησες και αγαπήθηκες πολύ. Και σαν Θεός επιστρέφεις τώρα στο σπίτι σου.
Σ’ αγαπώ υπέροχε θείε Τάκη 💔».

Δείτε εδώ την ανάρτησή της:

Να θυμίσουμε πως ο Μπομπ είχε γράψει για τον θάνατο του πατέρα του:

«Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, με τις ανακοινώσεις θανάτων στο Facebook. “Καταλάβαινα” (η νόμιζα ότι καταλάβαινα) τον πόνο κάποιου κ την ανάγκη να το μοιραστεί, αλλά δε μου τα έσκαγε καλά η ιδέα κάτι τόσο σημαντικό να στοιβαχτεί ανάμεσα σε posts με ξέκ@λα και γνωμάρες για εμβόλια κλπ.

Παρ’ολα αυτά, αποφάσισα να το κάνω, πρώτον γιατί το μυαλό μου πάει να σπάσει από τις σκέψεις, δεύτερον, δε θα άντεχα να κάνω το επόμενό μου post για το οτιδήποτε, λες και δεν συνέβηκε ποτέ και, τρίτο και σημαντικότερο, μήπως στο τέλος αφήσει και ένα μικρό μήνυμα που θα σας βοηθήσει σε κάτι.

Και ας χαλάσουμε και λίγο το “perfect life profile” που πασχίζουμε όλοι να δείξουμε εδώ μέσα καθημερινά. Χαλάλι. Προχθές λοιπόν το βράδυ της 1ης Ιουλίου, σε μια από τις πιο ζεστές και ανυπόφορες μέρες των τελευταίων ετών, σε μια από τις πιο δύσκολες μέρες μου, που πέρασα 15 ώρες να γυρίζω δύο βιντεοκλιπ σε μία μέρα από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα… ο Μιχαλάρας, μας “άφησε”, λίγο μετά τα 71 του.
Ίσως έτυχε, ίσως φρόντισε να λείπουν όλοι από το σπίτι (γιατί είχαμε και ένα άλλο κοντινό πρόσωπο να έχει μόλις κάνει μια δύσκολη εγχείρηση) βγήκε μέχρι την εξώπορτα να πάρει 2 ντομάτες από έναν γείτονα (με 40 βαθμούς) και μέχρι να ξαναμπεί στο σπίτι να πάει στο οξυγόνο του κ τη δροσιά του, είτε δεν άντεξε η καρδιά του, είτε απλά έκατσε στην καρέκλα του και, σαν γνήσιος γαύρος που ήταν, μας είπε το μεγάλο “Άντε Γεια”.

Ο Μιχαλάρας ήταν από χωριό, ήρθε στην Αθήνα, δούλεψε πολύ στα αυτοκίνητα, έζησε μια έντονη ζωή, έφτιαξε μια οικογένεια, πάντρεψε τα παιδιά του με δυο εξαιρετικούς ανθρώπους, και ήταν περήφανος. Μάγκας, τσαμπουκάς και περήφανος. Δεν ήθελε τους γιατρούς, (βάρεσε όμως τα εμβόλιά του πρώτος-πρώτος για να μπορεί να μας βλέπει) και πέρυσι λίγο πριν τον κορονοϊό που μπήκε στο νοσοκομείο, τον έβλεπα ότι δεν ήθελε να τον βλέπουμε στο κρεβάτι ανήμπορο με τους καθετήρες και τα συναφή, ντρεπόταν να είναι έτσι μπροστά στη νύφη και τον γαμπρό του, τι να κάνουμε, έτσι ήταν.

Με τα λόγια δεν τα πήγαινε καλά, ήξερε πέντε-δέκα “κουβέντες της ζωής” και με αυτές προσπάθησε να μας εφοδιάσει. Όποτε στη ζωή μου είχα κάποιο πρόβλημα, η απάντηση του ήταν “Πες του να πάει να γ*μ@θ@”. Στα πιο δύσκολα ήταν “γράψτους στα @@ σου”. Τότε δε με κάλυπταν σαν απαντήσεις, στην πορεία όμως, διαπίστωσα ότι ήταν ότι πιο σωστό μπορούσα να κάνω όταν μια κατάσταση με ζόριζε. Και προφανώς το έκανα.

Επίσης πάντα μου έλεγε “τα δόντια σου να προσέχεις ψηλέ” εκεί όμως τον έγραψα εγώ. Όταν στα 17 μου έπρεπε να δώσω Πανελλήνιες, ήρθε κ με ρώτησε “ρε ψηλέ, ο γιος του ταδε θα δώσει κάτι εξετάσεις, εσύ τι θα κάνεις, έχεις σκεφτεί;” Και εγώ του είπα τότε “Πατέρα, εγώ θα γίνω μουσικός”. “Καλά” μου είπε. Μπορεί άμα ήταν πιο “μορφωμένος” να μου πρότεινε ένα άλλο μέλλον, μια άλλη σχολή, μια άλλη επιλογή, να το συζητούσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι, και τέτοια “πολιτισμένα”.

Μετά τα λέγαμε για καμιά μπάλα, για κάνα ψιλο-νέο, έκλεινα το τηλεφωνώ και πάντα έβλεπα την διάρκεια της κλήσης…”1:47″, “2:05” και σκεφτόμουν, “ωραίος, τόσα λεπτά του έδωσα σήμερα, καλός μ*λάκας είμαι”.

Αλλά ήξερα ότι θα έχω πάντα ένα επόμενο τηλεφώνημα. Δεν μου έκανε ποτέ κανένα παράπονο, μου έλεγε μόνο “πάρε ρε ψηλέ κάνα τηλέφωνο τη μάνα σου”, άλλα ούτως η άλλως μαζί ήταν, άπλα ήθελε να πάρω και εγώ. Αλλά δεν έπαιρνα γιατί… ξέρετε γιατί. Οι γονείς μας είναι εκεί, πιο δεδομένοι από οτιδήποτε άλλο έχουμε, μέχρι…να μην το έχουμε και μετά να βλέπουμε τις αναπάντητες και να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο.

Τους τελευταίους μήνες, του είχαμε “επιβάλλει” ένα smartphone, του φτιάξαμε προφίλ και κάθε φορά που έβλεπα να μου κάνει “like” ήταν το σημαντικότερο Like που μπορούσα να έχω! Με έκανε απίστευτα χαρούμενο! Ύστερα τον έπαιρνα τηλέφωνο και μιλούσαμε για αυτό το post και χαιρόμουν που ήταν μέρος της καθημερινότητας μου, από την οποία άθελα μου τον είχα αφήσει απέξω. Τώρα όμως ένιωθε και αυτός λίγο πιο κοντά μας.

Όταν δε μια μέρα, πριν κανά μηνά ξαφνικά είδα στα stories μου ότι είχε ανεβάσει μια φώτο από τον τοίχο του πατρικού μας, τον οποίο είχε μονώσει ολομόναχος (μέσα στη ζεστή σαν σωστός Hulk που ήταν βεβαίως) μπήκα στο μυαλό του και έκλαιγα, κοιτώντας μια χαζή φώτο ενός τοίχου. Τις τελευταίες μέρες με το Euro μιλούσαμε πιο συχνά, του έλεγα που έπιανα κάνα στοίχημα, με έπαιρνε να μου θυμίσει τους αγώνες και τέτοια. Ήταν ωραία.

Την Δευτέρα 28 μιλήσαμε 5 λεπτά, ήταν μια χαρά, ήθελε να τελειώσει τον τοίχο, του ειπα “κόψε τις μ*λακιες πατέρα με τους 40 βαθμούς” και την Τρίτη 29 έχασα μια κλήση του. Δυο μέρες μετά άφησε την τελευταία του πνοή την ώρα που εγώ δούλευα πυρετωδώς, χωρίς να πάρει κανέναν μας. Δεν ήθελε, δεν πρόλαβε… ποιος ξερει.

Δε θέλω να σας πω πως νιώθω για εκείνη την κλίση που έχασα, είναι ένα φορτίο που θα κουβαλάω, δε ξερό πόσο θα ελαφρύνει με τον καιρό, αλλα δε θέλω να το κουβαλήσει κανένας άλλος. Και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος αυτού του κειμένου. Για να κλείσω, θέλω να πω ότι όσοι τον γνωρίσατε έστω και για 5 λεπτά, ξέρετε τι τύπος ήταν.

Μέσα στα χαβαλέ, την ατάκα, δεν άφηνε κανέναν ήσυχο, η να βαρεθεί και πάντα άρχιζε πρώτος την κουβέντα για να σπάει ο πάγος. Στα τραπέζια στο σπίτι, αν κάποιος δεν έτρωγε έλεγε “δε σε βλέπω να τρως ρε σουρουκλεμέ, μη χαίρεσαι, φας δε φας το ίδιο θα πληρώσεις” ή “ωραία περνάτε, είσοδος δωρεάν, έξοδος 10 ευρώ ,κανόνισε”.

Δε ήταν ποτέ τυπικός και formal και αυτό είναι κάτι που το πήρα και εγώ. Στην τράπεζα, στο σούπερ μάρκετ, παντού πείραζε τους πάντες και όλοι τον αγαπούσαν. Και όταν πήγαινα τα καλοκαίρια και δουλεία στο συνεργείο του, μου έκανε εντύπωση ότι μετά το πέρας της εργασίας, όταν κάθονταν και πίνανε ένα ουίσκι στο γραφείο και τον πληρώνανε, του έλεγαν πάντα “χιλια ευχαριστω ρε Μάκη” και σκεφτόμουν “γιατί να λες ευχαριστώ σε κάποιον που πληρώνεις να σου κάνει μια δουλειά;”

Στην πορεία κατάλαβα ότι η δουλειά του ήταν η ζωη του και ήταν τόσο κάλος μάστορας και έβαζε όλο του το μερακι που ο πελάτης παντα το εκτιμούσε και έμπαινε σαν πελάτης και έβγαινε σαν φίλος. Και αυτό προσπαθώ να κάνω και εγώ στη δική μου δουλειά και ας μου κοστίζει λίγο χρόνο παραπάνω, το “ευχαριστώ” που λαμβάνω, πάντα θα μου θυμίζει το συνεργείο με τα ημερολόγια της Pirelli, την τσιγαριλα και το καρφωμένο χιλιάρικο στον τοίχο.

Οι ιστορίες πολλές, οι κοντινοί μου τις έχετε ακούσει, όπως τοτε που ήρθε ο άλλος με το σακάκι μετα την τράπεζα να πάρει το αμαξι του, πείραζε φιλικά τον πάτερα μου, με εκείνους τους χαζο-τσαμπουκαδες του συνεργείου, και όταν ο Μιχαλαρας τον έπιασε από πίσω και του λέει “ρεεεεε μη τα βάζεις με τα σιδερά” και άκουσε κατι κρακ-κρακ, νόμιζε ότι εσπαγαν τίποτα μολύβια που είχε στο σακάκι, αλλά ήταν 4 πλευρά και τον τρέχαμε τον φουκαρά.

Ή ένα καλοκαίρι που μου έλεγε, “να έρθεις στο μαγαζί για δουλειά γιατί θα έρθει ο Δράκουλας την άλλη βδομάδα” και περίμενα εγώ τον Κομη Δράκουλα, ή κάναν τέτοιο μυστήριο πελάτη, και τελικά ήταν το όχημα της Κινητης Μοναδας Αιμοληψιας για επισκευή.

Άμα φτάσατε μέχρι εδώ κάτω σας ευχαριστώ ειλικρινά, πάρτε και κρατήστε ότι θέλετε από την ιστορία μου, εγώ θα πάρω το κινητό του πάτερα μου για μια τελευταία φορά να μου κάνει ένα ακόμα “like” και να του πω ότι ΤΟΝ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΟΤΙ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΟΛΑ ΣΩΣΤΑ ακόμα και αν δε το ήξερε. Και στη μάνα μου ότι την αγαπω και αυτήν και την ευχαριστώ για όλα και θα είμαστε δίπλα της».

© 2010-2024 Gossip-tv.gr - All rights reserved