Μαρίκα Κοτοπούλη: Θυελλώδεις έρωτες & σκάνδαλα - Η άγνωστη ζωή της «ατίθασης» του ελληνικού θεάτρου
Η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο πριν 72 χρόνια.
Μακριά από τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής που έζησε και με την υποκριτική να είναι το πεπρωμένο της πριν καν γεννηθεί, η Μαρίκα Κοτοπούλη κέρδιζε τους πάντες τόσο πάνω όσο και κάτω από την σκηνή ενώ φρόντιζε να έχει κοντά της όσους την ειρωνευόντουσαν.
Το πεπρωμένο της Μαρίκας Κοτοπούλη φαίνεται πως ήταν να υπηρετήσει την υποκριτική και να χαράξει μια διαδρομή η οποία, ακόμα και τώρα, 72 χρόνια μετά το θάνατό της, είναι συνώνυμο του ταλέντου καθώς, σχεδόν γεννήθηκε πάνω στο θεατρικό σκηνή. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού τόσο η μητέρα της Ελένη, όσο και ο πατέρας της Δημήτριος ήταν ηθοποιοί. Μάλιστα, ο πατέρας της ήταν παράλληλα θιασάρχης, επικεφαλής του Δραματικού Θιάσου «Πρόοδος». Ήταν 3 Μαΐου του 1887.
Εφημερίδα της εποχής περιέγραφε την στιγμή που η μητέρα της κατάλαβε πως γεννάει ενώ ήταν στην σκηνή: «Καταληφθείσα επί σκηνής από τας ωδίνας του τοκετού μετεφέρθη κακώς έχουσα εις την οικίαν της, ένθα έφερεν εις φως τον τελευταίον γόνον των Κοτοπούληδων». Η πρώτη της εμφάνιση στην σκηνή, έγινε όταν ήταν βρέφος, κατά τη διάρκεια περιοδείας των γονέων της στο έργο «Ο αμαξάς των Άλπεων». Ο πρώτος της, «επίσημος» ρόλος ήταν σε επιθεώρηση σε ηλικία πέντε ετών, όπου υποδύθηκε μια μαθήτρια. Έως το 1901 εμφανιζόταν στο πλάι των γονιών της σε διάφορα έργα, ακόμη και του κλασικού ρεπερτορίου, σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.
Μαρίκα Κοτοπούλη: Η πολυτάραχη ζωή και καριέρα της σπουδαίας ηθοποιού

Η σκληρή μάνα
Χάρη στα «Φύλλα ημερολογίου» του Ίωνα Δραγούμη, ήρθαν στο φως οι σκοτεινές αναμνήσεις των παιδικών χρόνων της ηθοποιού. Ο αγαπημένος της περιέγραφε τη μητέρα της Μαρίκας Κοτοπούλη, ως μια χειριστική γυναίκα, η οποία έσπρωχνε την κόρη της να συνάπτει σχέσεις και να εκμεταλλεύεται τις γνωριμίες της για να ελιχθεί κοινωνικά, την ίδια ώρα όμως προκειμένου να «διαφυλάξει την ηθική της», προχωρούσε σε άγριους ξυλοδαρμούς.
Η ηθοποιός περιέγραφε χαρακτηριστικά: «Πολύ μικρή οι βίαιες σκηνές που είχε ο πατέρας μου και τη μητέρα μου, το ξύλο που έπεφτε αλύπητα σε μικρούς και μεγάλους με είχαν τρομοκρατήσει. Μικρή δε θυμάμαι ποτέ να μου έδειξε ξεχωριστή συμπάθεια ή καν κάποια φροντίδα ξέχωρη για την ανάπτυξή μου. Με είχαν αφήσει κάπως παραπεταμένη. Η Φωτεινή και η Χρυσούλα είχαν παντού τα πρωτεία. Όχι μόνο στη σπουδή, μα και στα ρούχα ακόμη ως μια ηλικία δε μου είχαν αγοράσει δικό μου πράμα. Απόκτησα δικό μου καπέλο αφού είχα φάει ξύλο αλησμόνητο. Με έπεισε οριστικά με ένα πειστικότατο και αλησμόνητο χαστούκι» σημείωνε για την είσοδό της στο Βασιλικό Θέατρο.
Αντιμετωπίστηκε εχθρικά επειδή ήταν... νέα!
Η είσοδός της στο δυναμικό του Βασιλικού Θεάτρου, το 1902, σηματοδότησε και την αρχή της καταξίωσής της στη συνείδηση του κοινού. Στα πρώτα της βήματα, όμως, αντιμετωπίστηκε με καχυποψία και εχθρότητα ορισμένες φορές, επειδή ήταν νεαρή. Οι κριτικοί της εποχής που είδαν πίσω από τα λίγα χρόνια ζωής που είχε, αναγνώρισαν το ταλέντο της και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πυροδοτηθεί η έντονη αντιπαλότητα με την εκλεκτή του παλατιού, Άννα Φραγκοπούλου.

Η σύμπραξη με την ανταγωνίστριά της, Κυβέλη
Η επιχειρηματική της διαδρομή ξεκίνησε το 1908 ως θιασάρχης, με σταθμό το 1912 όταν εγκαταστάθηκε στο θέατρο της Ομόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε «Μαρίκας Κοτοπούλη». Το 1936, τελικά μετακομίζει στο «Ρεξ» της Πανεπιστημίου. Στο ενδιάμεσο, το καλοκαίρι του 1924, η πολιτεία της ανέθεσε να ψυχαγωγήσει τον αντιβασιλέα της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ στο Ηρώδειο με τον Αγαμέμνονα.
Προβλέποντας την επικείμενη ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου, σύστησε στις αρχές του 1929 την «Ελευθέραν Σκηνήν» μαζί με τον Σπύρο Μελά και τον Μήτσο Μυράτ. Οι οικονομικές αναποδιές όμως διέλυσαν γρήγορα τη συνεργασία, με τον Μελά να μεταπηδά στο Εθνικό. Αμέσως μετά, η Κοτοπούλη μαζί με μια ομάδα ηθοποιών έφυγε για τις ΗΠΑ. Ήταν Οκτώβριος του 1930 και έμεινε εκεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1932. Επιστρέφοντας, προχώρησε σε μια κίνηση που οι συνάδελφοί της, σίγουρα δεν πίστευαν όταν ενημερώθηκαν. Η Μαρίκα Κοτοπούλη συμμάχησε με την «αιώνια» ανταγωνίστριά της, Κυβέλη, δημιουργώντας έναν θίασο-κολοσσό που κοντράρισε στα ίσια το Εθνικό Θέατρο.
Η πολυτάραχη προσωπική ζωή
Η προσωπική ζωή της Μαρίκας Κοτοπούλη σημαδεύτηκε από έντονα πάθη, ειδικά στα πρώτα βήματα της διαδρομής της, ενώ οι ψίθυροι της εποχής την ήθελαν να συνάπτει ερωτικούς δεσμούς και με νεότερες γυναίκες ηθοποιούς, πριν εκείνες γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό. Το 1904, λίγο μετά την είσοδό της στο Βασιλικό Θέατρο, ερωτεύτηκε τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου. Εκείνος, διακρίνοντας αμέσως το σπάνιο χάρισμά που είχε στην υποκριτική, στάθηκε καταλύτης για την εδραίωσή της. Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας, ερωτεύτηκε τον διανοητή και πολιτικό Ίωνα Δραγούμη.
Ο θυελλώδης έρωτάς τους προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στη συντηρητική κοινωνία και κράτησε μέχρι τις 31 Ιουλίου 1920. Εκείνη τη μοιραία ημέρα, ο Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, λίγα μόλις λεπτά αφού είχε φύγει από το σπίτι της στην οδό Ξενίας στους Αμπελόκηπους.
Οι δυο τους συζούσαν ανεπίσημα από τον Ιούνιο του 1912, καθώς ο γάμος μεταξύ τους ήταν ανέφικτος λόγω της κοινωνικής διαφοράς που είχαν αλλά και των αντιδράσεων της μεγαλοαστικής οικογένειας Δραγούμη. Παράλληλα, τα χρόνια της εξορίας του Δραγούμη στην Κορσική (1917-1919), η ηθοποιός γνώρισε και ερωτεύτηκε τον θεατρικό επιχειρηματία Γεώργιο Χέλμη. Το 1923 επισημοποίησαν τη σχέση τους με γάμο, πορευόμενοι μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.
Αντισυμβατική ζωή
Η θυελλώδης ιδιωτική της ζωή περιλάμβανε πολυάριθμες ομοφυλοφιλικές σχέσεις με γυναίκες, αλλά και χρήση μορφίνης στα νεανικά της χρόνια. Πέραν όμως από τον αντισυμβατικό της βίο, η Κοτοπούλη λειτούργησε ως το σπουδαιότερο «φυτώριο» του νεοελληνικού θεάτρου.
Στο πλευρό της μαθήτευσαν και καταξιώθηκαν ιερά τέρατα της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας όπως οι Ροντήρης, Μινωτής, Παξινού, Βεάκης, Λογοθετίδης, Κουν, Μερκούρη, Λαμπέτη και Νοταρά, ενώ η ίδια στήριξε έμπρακτα την εγχώρια δραματουργία, αναδεικνύοντας συγγραφείς όπως ο Ξενόπουλος, ο Χορν, ο Τερζάκης, ο Ψαθάς και το δίδυμο Σακελλάριος – Γιαννακόπουλος. Η Μαρίκα Κοτοπούλη έφυγε από τη ζωή στις 11 Σεπτεμβρίου 1954 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη την επομένη του θανάτου της, αφού προηγουμένως η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών.
Πηγή: Λοιπόν