8 Αυγούστου 2017: Σαν σήμερα σίγησε η βελούδινη φωνή της Αρλέτας
Από το Νέο Κύμα και τις μπουάτ μέχρι τη «Σερενάτα» και το «Μπαρ το Ναυάγιο», η Αρλέτα υπήρξε μια ξεχωριστή καλλιτεχνική παρουσία που συνδύασε τη μουσική με τη ζωγραφική και την ποίηση...
Στις 8 Αυγούστου 2017 έφυγε από τη ζωή η Αρλέτα, μια από τις πιο ιδιαίτερες και αγαπημένες φωνές του ελληνικού τραγουδιού.
Αρλέτα: Το πραγματικό όνομα, η καριέρα και το τέλος

Η Αργυρώ - Νικολέτα Τσάπρα, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 1945 και ακολούθησε μια καλλιτεχνική διαδρομή που ξεχώρισε για την ευαισθησία, τη λιτότητα και τη βαθιά προσωπική της έκφραση.
Δεν υπήρξε ποτέ μια καλλιτέχνιδα που αναζήτησε τα φώτα της δημοσιότητας. Αντίθετα, η Αρλέτα δημιούργησε έναν δικό της κόσμο, όπου η μουσική, η ζωγραφική και η γραφή συναντήθηκαν με έναν μοναδικό τρόπο.
Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως η αγάπη της για τη μουσική την οδήγησε από νωρίς στο τραγούδι. Στη δεκαετία του 1960 έκανε τα πρώτα της βήματα στη δισκογραφία και εντάχθηκε στο λεγόμενο «Νέο Κύμα» της ελληνικής μουσικής, ενός ρεύματος που έδωσε έμφαση στη μελωδία, την ποίηση και την προσωπική ερμηνεία.
Τα πρώτα χρόνια της πορείας της συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Νότης Μαυρουδής, ο Νίκος Χουλιαράς και ο Γιώργος Κοντογιώργος. Η φωνή της, ιδιαίτερη και αναγνωρίσιμη, ταίριαξε με το ύφος μιας εποχής που αναζητούσε νέους τρόπους έκφρασης στο ελληνικό τραγούδι.

Η πρώτη της εμφάνιση έγινε στη θρυλική μπουάτ «Κιβωτός» του Μίνου Αργυράκη. Οι μικροί χώροι με τη ζεστή ατμόσφαιρα των μπουάτ αποτέλεσαν το φυσικό περιβάλλον για την καλλιτεχνική της παρουσία. Αργότερα ανέλαβε τη μπουάτ «Ταβάνια», όμως η περίοδος της δικτατορίας των συνταγματαρχών στάθηκε εμπόδιο στην πορεία της, καθώς κυνηγήθηκε από τη χούντα και αναγκάστηκε να μείνει μακριά από το τραγούδι για περίπου τέσσερα χρόνια.
Η επιστροφή της στη σκηνή ήρθε μέσα από μια σημαντική πρόσκληση. Ο Ζωρζ Μουστακί τής πρότεινε να συμμετάσχει στις συναυλίες του στο Παρίσι, γεγονός που αποτέλεσε μια νέα αρχή για την καλλιτεχνική της διαδρομή. Η Αρλέτα επέστρεψε στο τραγούδι εμφανιζόμενη στο θέατρο Bobino, έναν από τους ιστορικούς χώρους της γαλλικής μουσικής σκηνής.
Στην Ελλάδα συνέχισε να εμφανίζεται σε σημαντικούς χώρους, όπως το «Καφεθέατρο» στην Αθήνα και το «Λιόγερμα» στη Θεσσαλονίκη, διατηρώντας πάντα τη δική της ξεχωριστή σχέση με το κοινό.

Η συνεργασία της με τον Μάνο Χατζιδάκι υπήρξε μια ακόμη σημαντική στιγμή στην πορεία της. Ηχογράφησε έναν δίσκο με διασκευές τραγουδιών του σπουδαίου συνθέτη για το θέατρο, ενώ η συνεργασία της με τον Μίκη Θεοδωράκη για το «Romancero Gitano» καθυστέρησε εξαιτίας της δικτατορίας και τελικά πραγματοποιήθηκε μετά τη Μεταπολίτευση, το 1978.
Το 1981 κυκλοφόρησε τον πρώτο δίσκο με δικό της υλικό, με τίτλο «Ένα Καπέλο με Τραγούδια». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1984 και το 1985, γνώρισε μεγάλη επιτυχία μέσα από τις δημιουργίες του Λάκη Παπαδόπουλου και της Μαριανίνας Κριεζή στους δίσκους «Περίπου» και «Τσάι Γιασεμιού».
Τραγούδια όπως «Μια Φορά Θυμάμαι», «Τα Μικρά Παιδιά», «Το Λέει Και Το Τραγούδι», «Ο Λύκος», «Το Τραγούδι Της Δραχμής», «Καφενείο», «Σερενάτα», «Έρχεται Κρύο», «Τσάι Γιασεμιού», «Τα Ήσυχα Βράδυα», «Batida de Coco», «Μπαρ το Ναυάγιο» και «Λεωφορείο το 2» έγιναν κομμάτια μιας ξεχωριστής μουσικής διαδρομής.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1986, με αφορμή τα 20 χρόνια της στο τραγούδι, έδωσε τη μεγάλη συναυλία της στο Θέατρο Λυκαβηττού, παρουσία περισσότερων από 6.000 ανθρώπων. Ήταν μια στιγμή αναγνώρισης για μια καλλιτέχνιδα που είχε καταφέρει να δημιουργήσει έναν πιστό κύκλο ακροατών χωρίς ποτέ να ακολουθήσει τους κανόνες της εμπορικής προβολής.
Τα επόμενα χρόνια συνέχισε τις εμφανίσεις της σε σημαντικούς χώρους και ανοιχτά θέατρα, όπως το Θέατρο Ρεματιάς Χαλανδρίου, το Θέατρο Βράχων, το Βεάκειο Δημοτικό Θέατρο και το Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας στην Πεντέλη. Παράλληλα εμφανίστηκε στους χώρους «Μετρό» στη Γκύζη, στο θέατρο «Περοκέ» την περίοδο 1987-1988 και στο «Ροντέο» μαζί με τον Νότη Μαυρουδή.
Συμμετείχε επίσης στη μεγάλη συναυλία που διοργάνωσε το υπουργείο Πολιτισμού για τους σεισμόπληκτους της Αρμενίας, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, μαζί με τον Νότη Μαυρουδή.
Τον Δεκέμβριο του 1991 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Άσε τα κρυφά κρυμμένα», μέσα από τον οποίο ξεχώρισε το «Μπαρ το Ναυάγιο», ένα από τα τραγούδια που συνδέθηκαν περισσότερο με το όνομά της.
Η Αρλέτα δεν περιορίστηκε μόνο στη μουσική. Η εικαστική της πλευρά παρέμεινε πάντα ζωντανή. Το 1997 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Από πού πάνε για την Άνοιξη» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, ένα έργο που περιείχε δικά της κείμενα, στίχους, σχέδια και ζωγραφιές.

Το 2009 επέστρεψε δισκογραφικά με τον διπλό δίσκο «Και πάλι χαίρετε!», συνεχίζοντας να επικοινωνεί με το κοινό της μέσα από τη μουσική.
Η ζωή της σημαδεύτηκε και από μια μεγάλη περιπέτεια υγείας. Στις 11 Φεβρουαρίου 2008, λίγα λεπτά πριν από προγραμματισμένη συναυλία της στον Βόλο, υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Βόλου, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Η κατάστασή της χαρακτηρίστηκε σοβαρή και παρέμεινε στην εντατική σε καταστολή, όμως κατάφερε να αναρρώσει.
Χρόνια αργότερα, μετά από πολύμηνη νοσηλεία στην εντατική του νοσοκομείου «Αγία Όλγα», έχοντας υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο παράλληλα με έμφραγμα, η Αρλέτα έφυγε από τη ζωή στις 8 Αυγούστου 2017, σε ηλικία 72 ετών.
Η φωνή της, οι μελωδίες που ερμήνευσε και ο ιδιαίτερος κόσμος που δημιούργησε παραμένουν ζωντανά. Η Αρλέτα υπήρξε μια καλλιτέχνιδα που δεν χρειάστηκε ποτέ την υπερβολή για να ξεχωρίσει. Με τη διακριτική της παρουσία άφησε ένα βαθύ αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι και παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο αγαπημένες μορφές του Νέου Κύματος.