Αλέκος Αλεξανδράκης: Ο πρίγκιπας του ελληνικού σινεμά – Οι 4 γάμοι & ο μεγάλος έρωτας με τη Γαληνέα
Είκοσι ένα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 8 Νοεμβρίου από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο Αλέκος Αλεξανδράκης.
Ο άνδρας που ταύτισε το όνομά του με την αρχοντιά, την κομψότητα και τη γοητεία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου δεν υπήρξε μόνο ένας από τους ωραιότερους πρωταγωνιστές της εποχής του.
Η άγνωστη ιστορία πίσω από την τολμηρή σκηνή της Ζωής Λάσκαρη και του Αλέκου Αλεξανδράκη

Ήταν ένας πολυσύνθετος καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος με βαθιά καλλιέργεια, σκηνοθετικές φιλοδοξίες, έντονη πολιτική και κοινωνική ευαισθησία, τέσσερις γάμους και έναν μεγάλο έρωτα που κράτησε 21 χρόνια. Η ζωή του είχε όλα όσα θα μπορούσαν να συνθέσουν μια κινηματογραφική ιστορία, με τη διαφορά ότι εκείνος δεν υποδύθηκε ποτέ τον εαυτό του.
Στις ταινίες του ενσάρκωσε τον ερωτευμένο, τον γοητευτικό άνδρα, τον άνθρωπο που μπορούσε να κερδίσει μια γυναίκα με ένα βλέμμα. Πίσω, όμως, από την εικόνα του κινηματογραφικού γόη υπήρχε ένας καλλιτέχνης που αναζητούσε διαρκώς κάτι περισσότερο από τη δημοτικότητα. Ήθελε να σκηνοθετεί, να δημιουργεί, να δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε δύσκολα έργα και να αφήνει πίσω του κάτι ουσιαστικό.
Η διαδρομή του υπήρξε πλούσια, γεμάτη μεγάλες συνεργασίες, καλλιτεχνικές επιτυχίες, προσωπικές ανατροπές και έναν έρωτα που έγραψε τη δική του ιστορία στο ελληνικό θέατρο.
Από ένα αρχοντικό σπίτι της Αθήνας στο Εθνικό Θέατρο
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 1928. Ήταν γιος δικηγόρου με καταγωγή από τη Μάνη και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που του πρόσφερε πνευματικά ερεθίσματα και υψηλό επίπεδο μόρφωσης. Φοίτησε στη Σχολή Μπερζάν, το μετέπειτα Κολλέγιο Μωραΐτη, ενώ από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη και τον πολιτισμό.
Η πρώτη του επιθυμία, ωστόσο, δεν ήταν να γίνει ηθοποιός. Ονειρευόταν να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία και μάλιστα σκεφτόταν να ταξιδέψει στο Λος Άντζελες για να σπουδάσει κινηματογράφο. Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια.
Τελικά, βρέθηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου ανακάλυψε έναν κόσμο που θα γινόταν το σπίτι του για τις επόμενες δεκαετίες. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να ξεχωρίσει. Το 1949, πριν ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές του, έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στον θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη, στην παράσταση «Φθινοπωρινή παλίρροια».
Η υποδοχή ήταν εντυπωσιακή. Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος έγραψε μια κριτική με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Παρουσιάστε όπλα. Επιτέλους, ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο», αναγνωρίζοντας από την πρώτη στιγμή την ξεχωριστή παρουσία του νεαρού ηθοποιού.

Η επιτυχία, όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος σε αυτοβιογραφική τηλεοπτική εκπομπή, τον φόβισε. Δεν ήταν εύκολο να διαχειριστεί τόσο νωρίς την αναγνώριση. Εκείνο που τον ενδιέφερε, όμως, ήταν να αποδείξει πως πίσω από την εξωτερική του εμφάνιση υπήρχε πραγματικό υποκριτικό ταλέντο.
Το 1954 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην Επίδαυρο, υποδυόμενος τον Ιππόλυτο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Η παράσταση σηματοδότησε την έναρξη του Φεστιβάλ Επιδαύρου και αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της πρώιμης καλλιτεχνικής του πορείας.
Ακολούθησαν συνεργασίες με το Εθνικό Θέατρο και σημαντικούς θιάσους, ενώ η παρουσία του στο αρχαίο δράμα και στο κλασικό ρεπερτόριο απέδειξε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε απαιτητικούς ρόλους, πέρα από την εικόνα του γοητευτικού πρωταγωνιστή.
Ο ζεν πρεμιέ που σημάδεψε το ελληνικό σινεμά
Η μεγάλη οθόνη τον κέρδισε σχεδόν από την αρχή. Ο Φιλοποίμην Φίνος διέκρινε τις δυνατότητές του και τον έφερε στον κόσμο του κινηματογράφου. Οι πρώτες του εμφανίσεις ήταν στις ταινίες «Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν» (1951) και «Η Αγνή του λιμανιού» (1952), δίπλα στην Ελένη Χατζηαργύρη.
Η καθιέρωση ήρθε γρήγορα. Το πρόσωπό του έγινε συνώνυμο της γοητείας και ο ίδιος εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο περιζήτητους πρωταγωνιστές της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά. Συνεργάστηκε με τις μεγαλύτερες πρωταγωνίστριες της εποχής: τη Μελίνα Μερκούρη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Τζένη Καρέζη, τη Μάρω Κοντού, τη Ζωή Λάσκαρη, τη Μάρθα Καραγιάννη και τη Μαίρη Χρονοπούλου.

Η κινηματογραφική του παρουσία χαρακτηρίστηκε από μια σπάνια ευκολία στην εναλλαγή των ρόλων. Μπορούσε να είναι ο ευγενικός εραστής, ο αστός με τους λεπτούς τρόπους, ο άνδρας που παγιδεύεται στις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και ο ήρωας που αποκαλύπτει τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του.
Ανάμεσα στις ταινίες που συνδέθηκαν με το όνομά του βρίσκονται οι:
«Στέλλα» (1955), δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη.
«Το δόλωμα» (1964), με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
«Μια τρελή, τρελή οικογένεια» (1965).
«Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» (1966).
«Η αρχόντισσα και ο αλήτης» (1968).
«Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965), μία από τις πιο χαρακτηριστικές ελληνικές κινηματογραφικές κωμωδίες.
Δεν ήταν, όμως, μόνο η εξωτερική του γοητεία που τον έκανε αγαπητό. Είχε την ικανότητα να δημιουργεί χαρακτήρες με λεπτές αποχρώσεις, να αποφεύγει την υπερβολή και να δίνει στις ερμηνείες του μια φυσικότητα που τις έκανε διαχρονικές.
Στα χρόνια της μεγάλης ακμής του έφτασε να συμμετέχει ακόμη και σε οκτώ κινηματογραφικές παραγωγές μέσα σε έναν χρόνο. Ήταν μια εποχή εξαντλητικών ρυθμών, αλλά και τεράστιας δημιουργικής δραστηριότητας.
«Συνοικία το όνειρο»: Το μεγάλο σκηνοθετικό όραμα που συγκρούστηκε με τη λογοκρισία
Εάν υπάρχει ένα έργο που αποκαλύπτει την άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά του Αλέκου Αλεξανδράκη, αυτό είναι αναμφίβολα η «Συνοικία το όνειρο» του 1961.
Ο ίδιος δεν ήθελε να μείνει στην ιστορία μόνο ως ένας επιτυχημένος πρωταγωνιστής. Η σκηνοθεσία ήταν το μεγάλο του όνειρο και αποφάσισε να το κυνηγήσει, ακόμη κι αν το τίμημα ήταν μεγάλο.
Το 1960 σκηνοθέτησε τον «Θρίαμβο» και έναν χρόνο αργότερα παρουσίασε τη «Συνοικία το όνειρο», μια ταινία που έμελλε να αποτελέσει σταθμό στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Με σενάριο των Τάσου Λειβαδίτη και Κώστα Κοτζιά, η ταινία στρέφει το βλέμμα στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, στους ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο, στα όνειρα που συγκρούονται με τη σκληρή πραγματικότητα και στην καθημερινότητα εκείνων που προσπαθούν να επιβιώσουν.

Ήταν μια τολμηρή κινηματογραφική πρόταση, με έντονο κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο, σε μια εποχή κατά την οποία τέτοιες θεματικές προκαλούσαν αντιδράσεις.
Ο Αλεξανδράκης ανέλαβε μαζί με την τότε σύζυγό του, Αλίκη Γεωργούλη, μεγάλο μέρος του οικονομικού βάρους της παραγωγής. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ενώ η ταινία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη λογοκρισία. Αρχικά απαγορεύτηκε η προβολή της και στη συνέχεια κυκλοφόρησε λογοκριμένη, με περιορισμένη διανομή.
Ο ίδιος είχε περιγράψει με έντονη συγκίνηση το πάθος που ένιωθαν όλοι όσοι συμμετείχαν στην παραγωγή. Για εκείνον, η δημιουργία της ταινίας ήταν κάτι περισσότερο από μια καλλιτεχνική απόπειρα. Ήταν μια πράξη αντίστασης απέναντι σε όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν ελεύθερα.
Η «Συνοικία το όνειρο» τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και αναγνωρίστηκε ως ένα από τα σημαντικά έργα του ελληνικού νεορεαλισμού. Σήμερα θεωρείται μία από τις πιο ουσιαστικές σκηνοθετικές καταθέσεις του ελληνικού κινηματογράφου.
Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο άνθρωπος που είχε ταυτιστεί με τους λαμπερούς κινηματογραφικούς έρωτες επέλεξε να στρέψει την κάμερά του σε ανθρώπους που η κοινωνία συχνά προσπερνούσε.
Τέσσερις γάμοι, πολλές αγάπες και ο έρωτας που κράτησε 21 χρόνια
Η προσωπική ζωή του Αλέκου Αλεξανδράκη είχε έντονο ενδιαφέρον, όπως ακριβώς και η κινηματογραφική του παρουσία. Η γοητεία του ήταν γνωστή και οι γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του υπήρξαν σημαντικοί σταθμοί στην προσωπική του διαδρομή.
Ο ηθοποιός παντρεύτηκε τέσσερις φορές, ενώ η πιο πολυσυζητημένη και μακροχρόνια σχέση του υπήρξε εκείνη με τη Νόνικα Γαληνέα.

Ο γιος του Αλέκου Αλεξανδράκη, Βάσιας, με την τελευταία του σύντροφο, Νόνικα Γαληνέα.
Ένας από τους πρώτους έρωτες που έχουν καταγραφεί στη ζωή του ήταν με την ηθοποιό Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους δεν είχε μεγάλη διάρκεια, καθώς οι επαγγελματικές επιλογές και οι περιοδείες τούς οδήγησαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Οι γυναίκες που τον σημάδεψαν
Την πρώτη του σύζυγο, Μαρτζ Βάλβη, τη γνώρισε στο Σουδάν. Παντρεύτηκαν αργότερα στην Αθήνα, όταν εκείνος ήταν ακόμη πολύ νέος. Ο γάμος τους κράτησε περίπου τρία χρόνια και ακολούθησε ο χωρισμός.
Στη συνέχεια παντρεύτηκε την Κλοντ Σαμπαντού, μια Γαλλίδα με την οποία έζησε επίσης περίπου τρία χρόνια. Ο γάμος τους έγινε στο Παρίσι και ήταν μια ακόμη προσωπική εμπειρία σε μια περίοδο κατά την οποία ο ηθοποιός βρισκόταν σε έντονη επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα.
Το 1956 παντρεύτηκε την ηθοποιό Αλίκη Γεωργούλη. Η σχέση τους είχε και καλλιτεχνική και κοινωνική διάσταση. Οι δυο τους συνεργάστηκαν στο θέατρο, ανεβάζοντας το έργο «Πικνίκ» στο θέατρο Γκλόρια, ενώ συμμετείχαν μαζί σε πορείες ειρήνης και δημοκρατικές κινητοποιήσεις.
Η Γεωργούλη στάθηκε δίπλα του και στη δύσκολη προσπάθεια δημιουργίας της «Συνοικίας το όνειρο». Ο γάμος τους διήρκεσε περίπου τέσσερα χρόνια.

Ο τέταρτος γάμος του ήταν με την Ελβετίδα Βερένα Γκάουερ, την οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Το δόλωμα». Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Βάσια και τη Γιοχάνα. Ο γάμος τους κράτησε περίπου πέντε χρόνια.
Η οικογένειά του αποτελούσε ένα ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Παρά τις αλλαγές στην προσωπική του διαδρομή, ο Αλεξανδράκης διατηρούσε ιδιαίτερη αγάπη για τα παιδιά του.
Νόνικα Γαληνέα: Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του
Το 1969 γνώρισε τη Νόνικα Γαληνέα. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο γνωστούς και μακροχρόνιους έρωτες στον χώρο του ελληνικού θεάτρου.
Η σχέση τους κράτησε περίπου 21 χρόνια και οι δυο τους αποτέλεσαν ένα από τα πιο λαμπερά καλλιτεχνικά ζευγάρια της εποχής. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ, όμως η κοινή τους ζωή ήταν γεμάτη έρωτα, ταξίδια, συνεργασίες και δημιουργία.
Η Νόνικα Γαληνέα είχε περιγράψει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο την πρώτη τους ερωτική προσέγγιση. Θυμόταν τη στιγμή που εκείνη τόλμησε να του ζητήσει ένα φιλί, χωρίς να γνωρίζει πού θα οδηγούσε αυτή η αυθόρμητη κίνηση. Η ιστορία τους ξεκίνησε με έναν τρόπο που έμοιαζε βγαλμένος από κινηματογραφική σκηνή.
Μαζί ανέβασαν πολλές θεατρικές παραστάσεις και δημιούργησαν έναν ισχυρό θιασικό πυρήνα, με συνεργασίες που άφησαν εποχή. Η επαγγελματική τους συνύπαρξη ήταν εξίσου σημαντική με την προσωπική τους σχέση.
Το 1991 οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο χωρισμός έγινε χωρίς δημόσιες αντιπαραθέσεις και χωρίς να μετατραπεί σε θέαμα. Ο Αλεξανδράκης επέλεξε στη συνέχεια να ζήσει μόνος, καθώς, όπως έχει μεταφερθεί μέσα από τις αφηγήσεις για τη ζωή του, αισθανόταν πως είχε μεγαλώσει αρκετά για να ξεκινήσει μια νέα σχέση.
Η ιστορία του με τη Νόνικα Γαληνέα παρέμεινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μεγάλου έρωτα στον καλλιτεχνικό κόσμο. Δεν ήταν ένας γάμος, δεν είχε την τυπική κατάληξη που συχνά περιμένει η κοινωνία από μια σχέση, αλλά υπήρξε μια κοινή ζωή δύο ανθρώπων που συνδέθηκαν βαθιά.
Η τηλεόραση και οι ρόλοι που τον έφεραν σε κάθε ελληνικό σπίτι
Παρότι ο κινηματογράφος και το θέατρο υπήρξαν οι μεγάλες του αγάπες, ο Αλέκος Αλεξανδράκης άφησε το αποτύπωμά του και στην ελληνική τηλεόραση.
Στη δεκαετία του 1970 πρωταγωνίστησε σε τηλεοπτικές παραγωγές όπως ο «Παράξενος ταξιδιώτης», όπου συνεργάστηκε με τη Νόνικα Γαληνέα, ο «Γιούγκερμαν» και οι «Μυστικοί αρραβώνες».
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παρουσία του στον «Γιούγκερμαν», τη μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση, ενώ η τηλεοπτική του διαδρομή συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες.
Δεν αντιμετώπισε ποτέ την τηλεόραση ως κατώτερη μορφή τέχνης, αν και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο θέατρο. Σε παλαιότερη τηλεοπτική του συνέντευξη είχε εξομολογηθεί πως ο κινηματογράφος τον γοήτευε περισσότερο από την πλευρά της σκηνοθεσίας παρά μόνο ως ηθοποιό.
Η τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση ήταν στην ταινία «Το φως που σβήνει» του Βασίλη Ντούρου, το 2000.
Οι διακρίσεις και η αναγνώριση μιας μεγάλης καλλιτεχνικής διαδρομής
Η προσφορά του Αλέκου Αλεξανδράκη αναγνωρίστηκε και επίσημα. Το 2001 τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής για τη συνολική προσφορά του στην τέχνη.
Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της υποκριτικής, μεταφέροντας την εμπειρία και τις γνώσεις του σε νεότερους ηθοποιούς. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δίδαξε στο Εργαστήρι του Διαμαντόπουλου, επιλέγοντας να παραμείνει κοντά στο θέατρο και στους ανθρώπους του.
Το 1994 είχε ανεβάσει τον «Θείο Βάνια» του Άντον Τσέχοφ, σε συνεργασία με τη Μιμή Ντενίση, ενώ το 1996 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, τον χώρο από τον οποίο είχε ξεκινήσει την πορεία του σχεδόν μισό αιώνα νωρίτερα.
Η επιστροφή αυτή είχε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο νεαρός ηθοποιός που είχε κάνει τα πρώτα του βήματα το 1949 είχε πλέον εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της γενιάς του.
Η τελευταία μάχη και το τέλος μιας εποχής
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αλέκος Αλεξανδράκης είχε αποτραβηχτεί σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια παρουσία. Είχε επιλέξει να κρατήσει αποστάσεις από τις κοσμικές εκδηλώσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις, ενώ συνέχιζε να παρακολουθεί με ενδιαφέρον τον χώρο που υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή.
Η υγεία του επιδεινώθηκε εξαιτίας του καρκίνου, με τον οποίο έδωσε τη δική του δύσκολη μάχη.
Στις 8 Νοεμβρίου 2005 έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, σε ηλικία 76 ετών, λίγες μόλις ημέρες πριν από τα 77α γενέθλιά του. Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που τον είχε αγαπήσει μέσα από τις ταινίες και τις παραστάσεις του.
Στην κηδεία του, στο κοιμητήριο Αμαρουσίου, συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι για να τον αποχαιρετήσουν.
Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής για τον ελληνικό κινηματογράφο. Ένας από τους τελευταίους μεγάλους πρωταγωνιστές της χρυσής περιόδου δεν βρισκόταν πια ανάμεσά μας.
Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Υπάρχει μια φράση του Αλέκου Αλεξανδράκη που αποτυπώνει με ιδιαίτερο τρόπο τη σχέση του με την τέχνη και τα όνειρά του. Σε τηλεοπτική του εξομολόγηση είχε παραδεχτεί ότι, παρά τα όσα είχε πετύχει, δεν αισθανόταν πως είχε ολοκληρώσει όλα όσα ήθελε να δημιουργήσει.
Είχε πει χαρακτηριστικά πως, αν οι συνθήκες και οι οικονομικές δυσκολίες τού είχαν επιτρέψει να ασχοληθεί περισσότερο με τη σκηνοθεσία, ίσως να αισθανόταν διαφορετικά για την καλλιτεχνική του διαδρομή.
Αυτή η εξομολόγηση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τον χαρακτήρα του. Πίσω από τον άνδρα που έμοιαζε να τα έχει όλα, υπήρχε ένας δημιουργός που εξακολουθούσε να αναζητά την επόμενη πρόκληση.
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν ήταν μόνο ο όμορφος άνδρας που ερωτεύονταν οι πρωταγωνίστριες στις ταινίες του. Ήταν ένας άνθρωπος που αγάπησε έντονα, που παντρεύτηκε τέσσερις φορές, που απέκτησε δύο παιδιά, που έζησε έναν μεγάλο έρωτα, που συγκρούστηκε με τη λογοκρισία και που τόλμησε να ακολουθήσει τα καλλιτεχνικά του όνειρα ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε οικονομικές θυσίες.
Είκοσι ένα χρόνια μετά τον θάνατό του, οι ταινίες του εξακολουθούν να προβάλλονται, οι ερμηνείες του να συγκινούν και η παρουσία του να θυμίζει μια εποχή κατά την οποία ο ελληνικός κινηματογράφος δημιουργούσε τους δικούς του μύθους.
Και ο Αλέκος Αλεξανδράκης υπήρξε ένας από αυτούς. Ένας ηθοποιός που δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει για να ξεχωρίσει. Η αρχοντιά του, το ταλέντο του και η αγάπη του για την τέχνη ήταν αρκετά για να τον κάνουν διαχρονικό.