«Ουδέποτε κούραρα τον εκλιπόντα»: Όλη η απολογία του 58χρονου παθολόγου για την υπόθεση Καρνεάδου
Στο φως της δημοσιότητας έρχονται οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ενώπιον του ανακριτή ο 58χρονος παθολόγος, ο οποίος μαζί με την 56χρονη σύζυγό του βρίσκεται προφυλακισμένος.
Κατά τη διάρκεια της πολύωρης απολογίας του, ο γιατρός επιχείρησε να διαχωρίσει πλήρως τη θέση του, υποστηρίζοντας πως η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στη σύζυγό του, καθώς ο ίδιος δεν είχε καμία ιατρική ανάμειξη με τη φροντίδα του θύματος.
Μελίνα Ασλανίδου: Η παραβίαση της ιδιωτικότητας, ο έρωτας και το μάθημα από τον Γιώργο Μαζωνάκη

Αρχικά, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στη σύντροφό του με ιδιαίτερα εγκωμιαστικά σχόλια, λέγοντας χαρακτηριστικά πως ασκεί άμεμπτα την ιατρική εδώ και 33 χρόνια και ότι στο μεταπτυχιακό του γνώρισε και τέσσερα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον πιο υπέροχο, ακέραιο, ηθικό, εργατικό, συνεπή συναισθηματικά εξαίρετο άνθρωπο που έχει γνωρίσει, τη σύζυγό του, συμπληρώνοντας ότι 28 χρόνια μετά τη γνωριμία τους παραμένουν το ίδιο αγαπημένοι όπως πρώτα.
Ωστόσο, η στάση του διαφοροποιήθηκε όταν ξεκίνησαν οι ερωτήσεις για τη λειτουργία του ιατρείου. Εκεί ο γιατρός τόνισε τη σημασία της επαγγελματικής τους αυτονομίας, επισημαίνοντας πως συστεγάζονται μεν, αλλά σέβονται την αυτονομία, ιατρική και επαγγελματική, ο ένας του άλλου, χωρίς ποτέ για οποιοδήποτε λόγο να υπεισέρχεται ο ένας σε θεραπευόμενους του άλλου, και ξεκαθάρισε πως μία τέτοια περίπτωση θεραπευόμενου της συγκεκριμένης κυρίας και όχι δικού του, ήταν και ο εκλιπών.
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με την προέλευση και τη νομιμότητα του ιατρικού εξοπλισμού που χρησιμοποιήθηκε, ο 58χρονος υποστήριξε ότι τα δύο μηχανήματα αγοράστηκαν από τη σύζυγό του και αποτελούν αποκλειστική ιδιοκτησία της, καθώς τα προμηθεύτηκε στο πλαίσιο αναγεννητικής, ολιστικής προσέγγισης. Πρόσθεσε μάλιστα πως το είχε συζητήσει με τους δικηγόρους τους, αλλά μαζί δεν το συζήτησαν, καθότι εκείνη έχει προσωπική άποψη για τον εξοπλισμό του ιατρείου της, ενώ ο ίδιος είχε την πεποίθηση πως το μηχάνημα ήταν νόμιμο.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος περιέγραψε αναλυτικά τις κινήσεις του κατά τη μοιραία ημέρα, ισχυριζόμενος πως βρισκόταν εκτός του χώρου θεραπείας. Ανέφερε ότι την Τετάρτη διασταυρώθηκε με το θύμα όταν μπήκε στον προθάλαμο του ιατρείου, στη συνέχεια έφυγε και πήγε στο εστιατόριο, χωρίς να λάβει κανένα μήνυμα από τη σύζυγό του για να επιστρέψει. Όπως δήλωσε, επέστρεψε μετά τις 15:00, επικρατούσε απόλυτη ησυχία, πήγε στο γραφείο του και έπειτα ξάπλωσε για λίγο στο σαλόνι, όπου τον είδε και ο επόμενος ασθενής του όταν έφτασε για την εξέτασή του.

Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, η ανατροπή έγινε αργότερα, όταν μια βοηθός τον ενημέρωσε για την κρισιμότητα της κατάστασης. Ο γιατρός υποστήριξε ότι δεν αντιλήφθηκε να συμβαίνει το οτιδήποτε όσο ήταν στο ραντεβού του, μέχρι τις 16:15 που μπήκε στο γραφείο του μία από τις βοηθούς της συζύγου του και του ανέφερε ότι έχουν πρόβλημα. Πηγαίνοντας αμέσως στο δωμάτιο θεραπείας, αντίκρισε τον ασθενή χωρίς συνείδηση, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, στο μόνιτορ ασυστολία και τις κόρες ελαφρώς πάνω από τη μέση θέση, με αντιδράσεις στο φως. Διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε ακόμη εγκεφαλικός θάνατος, έλεγξε τον σφυγμό και ξεκίνησε αμέσως ΚΑΡΠΑ, μαλάξεις και τεχνητή αναπνοή, τρία προς ένα, όπως επιτάσσει το πρωτόκολλο.
Περιγράφοντας τις πρώτες ενέργειες διάσωσης, σημείωσε ότι χορηγήθηκε ένα ml αδρεναλίνης από τη σύζυγό του παρουσία του, ενώ διευκρίνισε ότι όταν μπήκε μέσα εκείνη δεν του έκανε ΚΑΡΠΑ αλλά βρισκόταν κοντά στο μηχάνημα και κοντά στο δεξί χέρι του ασθενούς. Παράλληλα, εξήγησε ότι έδωσε εντολή να καλέσουν το ΕΚΑΒ, εκτιμώντας ότι πρέπει να πέρασαν γύρω στα τέσσερα με πέντε λεπτά μέχρι να γίνει η κλήση από την ώρα που μπήκε στο δωμάτιο, όπου ανέφερε καρδιολογικό περιστατικό και ζήτησε καρδιολογική μονάδα.
Κλείνοντας την απολογία του, ο παθολόγος εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του για τη δημόσια έκθεσή του, δηλώνοντας συντετριμμένος με ό,τι συνέβη. Όπως είπε, νιώθει λύπη και απόλυτη συντριβή τόσο για τον θάνατο ενός ανθρώπου αλλά ταυτόχρονα και για αυτά που βιώνει τις τελευταίες ημέρες ο ίδιος και τα παιδιά του, καταγγέλλοντας ότι συκοφαντείται, υβρίζεται, προπηλακίζεται και κοινοποιείται ο προσωπικός του βίος, ενώ ανακρίνεται, συλλαμβάνεται και κρατείται σαν κοινός εγκληματίας, χωρίς να έχει ποτέ οποιαδήποτε ιατρική, επαγγελματική, λειτουργική, θεραπευτική ή φροντιστική σχέση με τον εκλιπόντα.